Δεδομένα που μηδενίζουν τις προοπτικές ευνοϊκής μεταχείρισης των δανειοληπτών σε ελβετικό φράγκο, δημιουργούν οι ευρωπαϊκές αρχές, παρεμβαίνοντας υπέρ των τραπεζών.

Σύμφωνα με πληροφορίες του Capital.gr, την προηγούμενη εβδομάδα σημειώθηκαν προς αυτή την κατεύθυνση δύο κινήσεις στην αγορά της Ρουμανίας όπου σημαντική έκθεση σε δάνεια που έχουν χορηγηθεί σε ελβετικό φράγκο έχουν και ελληνικές τράπεζες. Η μία εκ των δύο κινήσεων αφορά τη συνταγματικότητα απόφασης της κυβέρνησης που έδινε το δικαίωμα στους δανειολήπτες σε ελβετικό φράγκο, να μπορούν να μετατρέψουν το υπόλοιπο της οφειλής τους στην ισοτιμία που είχε το νόμισμα κατά το χρόνο σύναψης της δανειακής σύμβασης. Με την άλλη κίνηση, κρίνεται η συνταγματικότητα του datio in solutum. Πρόκειται για το δικαίωμα που έδινε η νομοθεσία της χώρας στους δανειολήπτες, συμπεριλαμβανομένων αυτών σε ελβετικό φράγκο, να μπορούν να παραδώσουν στις τράπεζες τα κλειδιά του ακινήτου που προέρχεται από στεγαστικό δάνειο, εφόσον το υπολειπόμενο ποσό της οφειλής είναι μεγαλύτερο από την αξία του ακινήτου.

Και στις δύο περιπτώσεις, κατόπιν παρέμβασης των ευρωπαϊκών αρχών, δημιουργούνται δεδομένα που είναι βέβαιο ότι θα τύχουν συνολικής εφαρμογής πανευρωπαϊκά. Ειδικότερα, στη μεν πρώτη περίπτωση της αποπληρωμής των δανείων σε ελβετικό με ιστορικές ισοτιμίες (ανάλογη δυνατότητα στους δανειολήπτες έχει δοθεί και σε χώρες όπως η Κροατία και η Ουγγαρία), η σχετική νομοθεσία απεστάλη από τον πρωθυπουργό της Ρουμανίας στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο της χώρας για έλεγχο συνταγματικότητας ως αντικείμενη στην ευρωπαϊκή νομοθεσία.

Στη δεύτερη περίπτωση του datio in solutum, δύο από τα τέσσερα άρθρα του νόμου που προέβλεπε τη σχετική δυνατότητα των δανειοληπτών κρίθηκαν ήδη αντισυνταγματικά, με την παρότρυνση προς τους δανειολήπτες να «τα βρει» ο καθένας με την τράπεζά του. Στο πλαίσιο αυτό, για να κάνει χρήση του datio in solutum, ο δανειολήπτης θα πρέπει να κινήσει διαδικασία στο δικαστήριο και να αποδείξει ότι ο δείκτης δανεισμού του ως προς το εισόδημά του είναι μεγαλύτερος του 70% και ο ίδιος είναι σε οικονομική αδυναμία και στερείται περιουσιακών στοιχείων για να εξυπηρετήσει το δάνειό του.

Και οι δύο συγκεκριμένες κινήσεις στη Ρουμανία προήλθαν κατόπιν παρέμβασης των ευρωπαϊκών αρχών, καθώς κρίθηκε ότι εάν συνεχιζόταν το καθεστώς που είχε επιτρέψει η νομοθεσία της χώρας, τότε οι τοπικές τράπεζες θα έπρεπε να επιβαρυνθούν με πρόσθετες προβλέψεις, μόνο για τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο, της τάξεως των 600 – 700 εκατ. ευρώ.

Η αυστηρότερη στάση των ευρωπαϊκών αρχών έναντι των δανειοληπτών στο ελβετικό φράγκο είχε αρχίσει να προδιαγράφεται ήδη μετά το Brexit τον περασμένο Ιούνιο. Σύμφωνα με πληροφορίες που μετέδωσε τότε το Capital.gr,  οι ευρωπαϊκές αρχές, εξαιτίας του Brexit και ορθώνοντας άμεσα τείχη για την προστασία των τραπεζών, έσπευσαν να μηδενίσουν τα περιθώρια για κοινή εξωδικαστική διευθέτηση των δανείων σε ελβετικό φράγκο. Στο πλαίσιο αυτό, διεμήνυσαν μέσω επιστολής στις κυβερνήσεις χωρών που είτε είναι μέλη της ευρωζώνης είτε επιθυμούν να γίνουν, να μην νομοθετήσουν οτιδήποτε για τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο, το οποίο θα μπορούσε να φέρει σε δυσμενή θέση το τραπεζικό σύστημα. Οι ελληνικές τράπεζες δεν είχαν γίνει αποδέκτες σχετικής επιστολής, καθώς βρίσκονται σε πρόγραμμα που απαγορεύει οποιαδήποτε μονομερή κίνηση η οποία ενέχει κίνδυνο για τη σταθερότητα και την κεφαλαιακή επάρκεια του τραπεζικού συστήματος.

Σημειώνεται ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν χάσει, αλλά και έχουν κερδίσει αρκετές δικαστικές προσφυγές δανειοληπτών σε ελβετικό φράγκο. Η πιο πρόσφατη, και εις βάρος των τραπεζών, απόφαση είναι αυτή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δέχθηκε το σκεπτικό συλλογικής αγωγής Ενώσεων Καταναλωτών και του Συλλόγου Δανειοληπτών Ελβετικού Φράγκου. Οι παραδοχές του δικαστηρίου που οδήγησαν στη θετική έκβαση για τους δανειολήπτες ανέφεραν ότι οι συμβάσεις αυτές δεν ήταν συνηθισμένες, έφεραν έντονο το στοιχείο του επενδυτικού εγχειρήματος, η δε τακτική ενημέρωσης από πλευράς τραπεζών δεν πληρούσε το αναγκαίο πλαίσιο ενημέρωσης και τις ασφαλιστικές δικλείδες.

Κατόπιν αυτού, η πρωτόδικη απόφαση απαγορεύει στις τράπεζες  να επικαλούνται και χρησιμοποιούν στις συναλλαγές τους με τους  δανειολήπτες σε ελβετικό φράγκο τον γενικό όρο σύμφωνα με τον οποίο «η αποπληρωμή του δανείου λαμβάνει χώρα με την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος την ημέρα της καταβολής». Επίσης, τους απαγορεύεται η καταγγελία των συμβάσεων των δανείων, εάν οι δανειολήπτες καταβάλλουν στο ισόποσό τους σε ευρώ τις τοκοχρεωλυτικές τους δόσεις σε ελβετικό φράγκο, βάσει της ισοτιμίας των δύο νομισμάτων «κατά τον χρόνο εκταμίευσης του δανείου και χορήγησης σε ευρώ».

capital.gr

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Εγγραφείτε στο Newsletter της Δημοκρατικής. Καθημερινή ενημέρωση στο e-mail σας.