Θα περίμενε κανείς πως η άνοδος που καταγράφει τα τελευταία χρόνια ο Τουρισμός, κυρίως στο κομμάτι των αφίξεων, θα είχε αφήσει ήδη ένα ισχυρό αναπτυξιακό αποτύπωμα στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις. Αυτό όμως φαίνεται να ισχύει εν μέρει τελικά.

Όπως αναφέρει ο πρόεδρος του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδος Γιώργος Τσακίρης, η επιτυχία αυτή δεν κεφαλαιοποιήθηκε. Υπερφορολόγηση, έλλειψη ρευστότητας, πολυνομία και ανταγωνισμός έχουν δημιουργήσει ένα περιβάλλον δύσκολο ειδικά για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Ο κ. Τσακίρης σχολιάζει το νέο τέλος διανυκτέρευσης που ετοιμάζει να επιβάλλει η Κυβέρνηση και ταυτόχρονα δίνει τη δική του απάντηση σε ένα επίμονο ερώτημα: πόσο «αληθινές» είναι οι αφίξεις που καταγράφονται κάθε χρόνο και τι ισχύει με όσους περνούν τα σύνορα της χώρας και μετριούνται ως τουρίστες;

Συνέντευξη στη Βασιλική Κουρλιμπίνη

– Ο Τουρισμός είναι από τους λίγους κλάδους της οικονομίας που συνεχίζει να κινείται ανοδικά. Μάλιστα, τα πρώτα στοιχεία δείχνουν περαιτέρω αύξηση της τουριστικής ζήτησης φέτος. Γιατί λοιπόν οι επιχειρηματίες του κλάδου περιγράφουν ένα δύσκολο περιβάλλον για την αγορά;

Το 2016 ήταν πράγματι μια καλή χρονιά για τις αφίξεις τουριστών στη χώρα μας. Η ίδια εικόνα παρουσιάζεται μέχρι στιγμής και το 2017.

Όμως, η επιτυχία αυτή δεν κεφαλαιοποιήθηκε από τις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις. Παρά την αυξημένη τουριστική ζήτηση για τη χώρα, στην πλειονότητά τους, οι ξενοδοχειακές επιχειρήσεις ασθμαίνουν, υπό το βάρος της υπερφορολόγησης, της έλλειψης ρευστότητας, της πολυνομίας και του αθέμιτου ανταγωνισμού. Ασθμαίνουν και παλεύουν μέρα με τη μέρα, για να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους και να κρατήσουν τους εργαζομένους τους. Από την μια η αύξηση του ΦΠΑ  και των συντελεστών του ΕΝΦΙΑ, και η αδυναμία μέχρι σήμερα της πολιτείας να θεσμοθετήσει ένα νομοθετικό περιβάλλον για μια ανάλογη των αδειοδοτημένων, φορολογική αντιμετώπιση των βραχυχρόνια ενοικιαζομένων κατοικιών και από την άλλη,  η προγραμματισμένη για το 2018 εφαρμογή  του τέλους διανυκτέρευσης, δημιουργούν ένα περιβάλλον αντιαναπτυξιακό για τον τουρισμό και ιδιαίτερα προβληματικό για τη βιωσιμότητα των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων.

– Τους τελευταίους μήνες καταγράφεται μεγάλη κινητικότητα στο χώρο και έντονο επενδυτικό ενδιαφέρον, ειδικά για την Αθήνα, με την επαναλειτουργία μονάδων. Μπορούμε να πούμε πως κάτι αλλάζει στο κομμάτι των υποδομών- υπηρεσιών;

Είναι κοινός τόπος ότι όταν κινείται ανοδικά η τουριστική αγορά, διευρύνονται και οι επιχειρηματικές ευκαιρίες στον κλάδο. Τόσο η Αθήνα όσο και η υπόλοιπη Ελλάδα παρουσιάζουν επενδυτικές προκλήσεις. Βέβαια ο παγκόσμιος  τουρισμός και οι τάσεις του  αλλάζουν ραγδαία. Το μοντέλο λειτουργίας του τουρισμού και ο τρόπος διάθεσης του τουριστικού προϊόντος, όπως τα γνωρίσαμε τα προηγούμενα χρόνια, πολύ λίγα κοινά έχουν με τις νέες πραγματικότητες που διαμορφώνονται. Μέσα σε αυτό το μεταβατικό διεθνές περιβάλλον, η μικρομεσαία επιχείρηση μπαίνει στο στόχαστρο, αποτελώντας είτε μια στρατηγική απώλεια είτε στην καλύτερη περίπτωση, μια παράπλευρη απώλεια. Και δεν αναφέρομαι μόνο στις μικρομεσαίες ξενοδοχειακές επιχειρήσεις αλλά στο σύνολο του μικρομεσαίου παραγωγικού δυναμικού.

Η οριζόντια φορολόγηση, η πολυπλοκότητα της νομοθεσίας, η ανοχή και ενίσχυση της sharing economy, οι ασφυκτικές περιβαλλοντικές προϋποθέσεις που έχουν οριζόντιο χαρακτήρα, όλα κατατείνουν είτε στον αποκλεισμό είτε στην τελική εξάντληση της μικρομεσαίας επιχείρησης και επιχειρηματικότητας. Προσώρας η γραφειοκρατία παραμένει και έργα που θα μπορούσαν να διαφοροποιήσουν ποιοτικά το προσφερόμενο προϊόν αργούν.

– Στο πλαίσιο της 6ης γενικής συνέλευσης του ΞΕΕ παρουσιάστηκε η μελέτη του Ινστιτούτου Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων «Επιδόσεις τουριστικού τομέα 2016-Τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του ξενοδοχειακού δυναμικού». Ποια ήταν τα βασικά συμπεράσματα;

Σύμφωνα με την έρευνα του ΙΤΕΠ, προκύπτει ότι η απασχόληση στα ξενοδοχεία τόσο το Μάιο, όσο και τον Αύγουστο του 2016 αυξήθηκε κατά 4% περίπου σε σχέση με τους αντίστοιχους μήνες του 2015.

Να επισημάνουμε εδώ ότι ο ξενοδοχειακός κλάδος από το 1990 έως σήμερα παρουσιάζει σταθερή ανοδική πορεία με αιχμή του δόρατος την αναβάθμιση του ξενοδοχειακού δυναμικού. Την περίοδο 1990-2016 τα ξενοδοχεία αυξήθηκαν κατά 52% σε όρους μονάδων και κατά 81% σε όρους δωματίων, ενώ το μέσο μέγεθος των δωματίων κινήθηκε ανοδικά κατά 19% από 35 δωμάτια το 1990 σε 41,8 το 2016.

Το 1990 τα ξενοδοχεία 5* αποτελούσαν μόλις το 5% του συνολικού ξενοδοχειακού δυναμικού (σε όρους μονάδων αποτελούσαν λιγότερο από το 1%). Το 2016 το ποσοστό των 5* ξενοδοχείων έχει υπερτριπλασιαστεί, και αποτελεί το 16,6% του συνολικού ξενοδοχειακού δυναμικού. Ταυτόχρονα μειώνεται και το ποσοστό των ξενοδοχείων που ανήκουν στη χαμηλότερη κατηγορία αφού από 10,6% που ήταν το 1990, κατήλθαν σε ποσοστό 6,7% το 2016.

Το προφίλ της ελληνική ξενοδοχίας ανανεώνεται συνεχώς, σύμφωνα με την έρευνα του Ινστιτούτου δεδομένου ότι την περίοδο 2008 – 2016 άνοιξαν 1.428 νέα ξενοδοχεία συνολικής δυναμικότητας 46.594 δωματίων. Όμως ταυτόχρονα διέκοψαν τη λειτουργία τους 1.001 μονάδες συνολικής δυναμικότητας 28.666 δωματίων.

Επίσης το 77% των μονάδων που άνοιξαν εντάχθηκαν στις 3 υψηλότερες κατηγορίες ξενοδοχείων (82% σε όρους δωματίων), ενώ από τις μονάδες που διέκοψαν τη λειτουργία τους, το 28% περίπου προερχόταν από τις 3 υψηλότερες κατηγορίες (52% σε όρους δωματίων).

Ειδικότερα, κατά το 2016 άνοιξαν 79 νέα ξενοδοχεία συνολικής δυναμικότητας 2.844 δωματίων. Ως προς τη δυναμικότητα των νέων ξενοδοχείων (δωμάτια) το 72% υπάγεται στις δύο ανώτερες κατηγορίες. Παράλληλα, διέκοψαν τη λειτουργία τους 74 ξενοδοχεία συνολικής δυναμικότητας 2.604 δωματίων. Πάντως η πλειονότητα των μονάδων που διέκοψαν τη λειτουργία τους ανήκουν στις 3 χαμηλότερες κατηγορίες (75% της δυναμικότητας).

– Από το 2018 όλα δείχνουν πως θα μπει σε εφαρμογή ένας νέος φόρος για τα ξενοδοχεία και τα ενοικιαζόμενα δωμάτια, το τέλος διανυκτέρευσης. Ποιες εκτιμάτε ότι θα είναι οι άμεσες επιπτώσεις στον κλάδο;

Πρόκειται για ένα νέο βάρος στο ήδη επιβαρυμένο φορολογικά τουριστικό πακέτο, ένας φόρος που αναμφίβολα απομειώνει την ανταγωνιστικότητα του ελληνικού τουρισμού. Ήδη οι ξενοδοχειακές επιχειρήσεις έχουν απορροφήσει σημαντικό κομμάτι της αύξησης του ΦΠΑ που ήλθε και προστέθηκε   στην κατά γενική ομολογία υψηλή  φορολόγηση στον τουρισμό. Δυστυχώς καλούμαστε  ως χώρα να διαθέσουμε, σε μια παγκοσμιοποιημένη τουριστική αγορά,  επιβαρυμένο με υπερβολικούς φόρους  και τελικώς με χαμηλούς όρους ανταγωνιστικότητας σε σχέση με τους άλλους τουριστικούς προορισμούς.

– Μετά από νομοθετική ρύθμιση, καθορίστηκε το πλαίσιο για τη φορολόγηση των καταλυμάτων που διατίθενται μέσω ηλεκτρονικών πλατφορμών (όπως την Airbnb). Τι σημαίνει αυτό πρακτικά για την τουριστική αγορά;

Μέσω της ρύθμισης νομοθετήθηκαν δικλείδες ασφαλείας όσον αφορά στη διάρκεια της μίσθωση στο χρόνο που είναι οι 90 ημέρες, ή 60 ημέρες σε νησιά με πληθυσμό κάτω των 10.000 κατοίκων. Επίσης αποσαφηνίσθηκε ότι ο ιδιοκτήτης είναι φυσικό πρόσωπο που μπορεί να μισθώσει με αυτό τον τρόπο μέχρι δυο κατοικίες. Θα κριθεί στην πράξη κατά πόσον θα υπάρξει έλεγχος και συνεργασία με τις πλατφόρμες ούτως ώστε να μην παραβιάζονται οι διατάξεις του νόμου. Ήδη καθυστερεί η δημιουργία του μητρώου που αναφέρει ο νόμος, νομοθέτημα που σαφώς χρήζει βελτιώσεων. Όπως για παράδειγμα στη δυνατότητα να νοικιάζονται οι κατοικίες ιδιοκτητών -που έχουν εισοδήματα από ακίνητα κάτω των 12.000 ευρώ το χρόνο- χωρίς χρονικό περιορισμό, όπως επίσης και για το ύψος των προστίμων, που σε τόσο χαμηλό επίπεδο δεν αποτελούν αποτρεπτικό παράγοντα.

– Πότε και πως θα ξεκαθαρίσει η σύγχυση με τον αριθμό των αφίξεων και τον τρόπο μέτρησης των τουριστών που έρχονται στην Ελλάδα, η οποία δίνει πλασματική εικόνα για τα τουριστικά μεγέθη; (για παράδειγμα η είσοδος Σκοπιανών στα σύνορα μετριέται ως άφιξη).

Είναι κάτι που μας προβληματίζει. Ελπίζουμε ότι η εφαρμογή δορυφόρων λογαριασμών θα αποδώσει μια ακριβέστερη εικόνα αναφορικά με τα έσοδα που προκύπτουν στον κλάδο. Οι Σκοπιανοί είναι τουρίστες οι οποίοι επισκέπτονται την Ελλάδα για περισσότερες από μια φορές το χρόνο. Εξ όσων γνωρίζω δαπανούν αρκετά  χρήματα στην αγορά της Βόρειας Ελλάδος. Μπορεί να μην είναι τόσο υψηλά τα ποσά που δαπανούν όπως αυτά  τουριστών άλλων χωρών, αλλά σαφώς είναι συναλλαγματικά όχι μόνο ευπρόσδεκτοι αλλά και απαραίτητοι,  τόσο  στα εμπορικά καταστήματα όσο και  στα εστιατόρια, ενώ οι πλέον εύποροι κάνουν τις διακοπές τους διανυκτερεύοντας ακόμη και σε 5 αστέρων ξενοδοχεία.

– Ποιες είναι οι νέες προκλήσεις για την ξενοδοχειακή αγορά;

Τη στιγμή που εμείς παραμένουμε καθηλωμένοι στα προβλήματα που προανέφερα,  καλούμαστε σήμερα να  αντιμετωπίσουμε 3 νέες πραγματικότητες:

Πρώτον, με την εισβολή του digitality στην τουριστική οικονομία, το μεγαλύτερο μέρος των τουριστικών κρατήσεων γίνεται πλέον ηλεκτρονικά και από κινητά τηλέφωνα. Χαρακτηριστικό είναι  ότι οι πελάτες μας πλέον πρώτα αναζητούν το  γρήγορο wifi και μετά τη σάουνα ή το χαμάμ.

Δεύτερον, οι Online Travel Agents γιγαντώνονται και το μερίδιο αγοράς τους ξεπερνάει πλέον  αυτό των παραδοσιακών tour operators, την ίδια στιγμή που διαρκώς αναδύονται, νέες αγορές και νέοι προορισμοί.

Τέλος, βιώνουμε ήδη τις ανατρεπτικές συνέπειες που προκαλεί η ανάπτυξη και εξάπλωση της sharing economy όπως έχει επικρατήσει να ονομάζεται  η ενοικίαση σπιτιών ως τουριστικών καταλυμάτων. Η ανάπτυξη αυτή της σκιώδους οικονομίας πλήττει, σε πρώτο στάδιο, τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

capital.gr

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ