Συνέντευξη
στη Μαίρη Φώτη

Το Συμιακό Θέατρο, μετρά 33 χρόνια ζωής και επιτυχημένης πορείας. Η φήμη του ξεπερνά τα στενά δωδεκανησιακά όρια χάρις στην αυθεντικότητά του αλλά και στη διατήρηση του γλωσσικού ιδιώματος της Σύμης που προσομοιάζει στην «αριστοφάνεια γλώσσα» και το καθιστά μοναδικό.
Η ψυχή του Συμιακού Θεάτρου, ο Μανώλης Αντωνόγλου – και όχι Αντώνογλου – ή αλλιώς το «Μανωλάκι της Σούλας», καταξιωμένος συγγραφέας, ηθοποιός και σκηνοθέτης, μιλά σήμερα στην «δημοκρατική», για την πορεία των 33 ετών και το επίτευγμα ενός περιφερειακού θιάσου που αποτελείται από ερασιτέχνες μεν, παθιασμένους δε ηθοποιούς, να αποτελεί σημείο αναφοράς στα πολιτιστικά δρώμενα της Δωδεκανήσου αλλά και να κατακτήσει τη δική του ξεχωριστή θέση ανάμεσα στους θεατρόφιλους ανά την Ελλάδα.
Μέσα από την συνέντευξη, ξεπηδούν μνήμες και παρατίθενται εικόνες μιας άλλης Σύμης, αλλά καταγράφονται και οι προσπάθειες του σήμερα, για να κρατηθεί ζωντανή η παράδοση και ο πολιτιστικός πλούτος ενός νησιού που έχει γράψει τη δική του ιστορία.

• Το Συμιακό Θέατρο, έχει μια παρουσία στα πολιτιστικά δρώμενα, άνω των 30 ετών, και μια σταθερή ανοδική πορεία. Θα έλεγε κανείς ότι πρόκειται για επίτευγμα, ενός περιφερειακού θεάτρου με ερασιτέχνες ηθοποιούς.
Το Συμιακό Θέατρο μετρά 33 χρόνια ζωής. Ξεκίνησε 1985 με έδρα τη Ρόδο, μέσα από τον Σύλλογο Συμιακών Ρόδου «ο Γλαύκος» που ξεκίνησε τη λειτουργία του το 1983. Το πρώτο μου ολοκληρωμένο έργο ήταν η αναπαράσταση του Συμιακού Γάμου, όταν ήμουν τεταρτοετής φοιτητής το 1980, στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά, μέσα από τον Σύλλογο Συμιακών Νέων, «Ο Νηρέας».
• Τότε λοιπόν, ξεκινά η δική σας εμπλοκή.
Ναι, τότε ξεκινά η ενασχόλησή μου με το Θέατρο. Ομως με την παραδοσιακή μουσική και τον παραδοσιακό χορό, ξεκινά από τα παιδικά μου χρόνια, διότι προέρχομαι από μια οικογένεια γλεντζέδων, με αρχηγό την μάνα μου και την οικογένειά της που δεν έλειπαν ούτε από τα γλέντια ούτε από τα πανηγύρια αλλά πρωτοστατούσαν ακόμα και τις αποκριές μέσα από τις Καμουζέλες. Είχα πολλά βιώματα… Ο πατέρας μου, μέχρι που πέθανε ήταν ο «Νικήτας της Σούλας», κι εγώ παρ’ ό,τι έχω διαγράψει μια πορεία στον πολιτισμό γενικά της Σύμης, εξακολουθώ να είμαι – και με καμάρι μου το λέω – ο «Μανώλης της Σούλας», και για αρκετούς Συμιακούς είμαι το «Μανωλάκι της Σούλας».


• Πέρα από τα οικογενειακά βιώματα ωστόσο, εσείς εξελιχθήκατε σε συγγραφέα, σκηνοθέτη, ηθοποιό και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία. Η φήμη του Συμιακού Θεάτρου έχει ξεπεράσει τα στενά όρια της Δωδεκανήσου. Όλα αυτά, πώς προέκυψαν;
Το 1989, ήταν το μεγάλο άλμα, όταν ανέβηκε η «Λυσιστράτη» του Συμιακού Θεάτρου. Το Δημοτικό Θέατρο Ρόδου, ανέβαζε τότε την παράσταση «Ο άνθρωπος και τα όπλα» του Shaw George Bernard, σε σκηνοθεσία του Γιώργου Ρεμούνδου. Παράλληλα, το Συμιακό Θέατρο, ανέβαζε μια ηθογραφία δική μου, την «Σασέρα». Η ομάδα των συντελεστών του Δημοτικού Θεάτρου, που τότε ήταν ο Ρεμούνδος, ο Σδούγκος, ο Τάσος ο Καρακατσάνης, έτυχε να περνούν έξω από το Εθνικό Θέατρο, είδαν την κοσμοπλημμύρα και ζήτησαν να μπουν μέσα. Στο διάλειμμα του έργου, έγινε η πρόταση από τον Γιώργο Ρεμούνδο, το Συμιακό Θέατρο να συμπράξει με το Δημοτικό Θέατρο της Ρόδου και να ανεβάσουμε μια αρχαία τραγωδία. Η πρόταση ήταν για «Αντιγόνη», όμως του εξηγήσαμε ότι το συμιακό ιδίωμα προσφέρεται περισσότερο για κωμωδία και προτιμήθηκε η «Λυσιστράτη», μέσα από την οποία αναδείχθηκε η ιστορία της Σύμης, με την μητριαρχία. Οι άντρες ήταν ναυτικοί, δύτες, σπογγαλιείς, έλειπαν για μεγάλο διάστημα. Η γυναίκα ήταν αυτή που κρατούσε τα ηνία στο σπίτι, κι αν η μάνα ήταν καλή, η οικογένεια δημιουργούσε. Κι έτσι βγήκε η «Λυσιστράτη» και μπορώ να πω ότι το σόι μου είχε αρκετές «Λυσιστράτες»!
• Η προσαρμογή στην συμιακή διάλεκτο, πώς προέκυψε;
Οταν ανέβηκε η «Λυσιστράτη», κυριαρχούσε το ποντιακό θέατρο και το κυπριακό, που ανέβαζαν έργα στα γλωσσικά τους ιδιώματα και θέλαμε κι εμείς να προβάλουμε την συμιακή διάλεκτο. Μάλιστα, με έκπληξη διαβάσαμε την κριτική τότε του Κώστα Γεωργουσόπουλου, τον Οκτώβριο του 1989, να αναφέρεται στην παράσταση του Συμιακού Θεάτρου στον Λυκαβηττό σαν μια από τις καλύτερες που είχαν ανέβει ποτέ, να εξυμνεί την προσαρμογή στο ιδίωμα, το παίξιμο των ηθοποιών, την μουσική, τα κοστούμια, τις χορογραφίες… Και βέβαια είχε δηλώσει πεπεισμένος ότι το έργο αυτό, ήταν ανώτερο από 100 επαγγελματικές παραστάσεις. Και μάλιστα τώρα, που κάνω μια συρραφή κειμένων για το καινούριο μας έργο με τίτλο «Και τα μεταξωτά βρακιά ποδόξα σκέλη θέλουν», ξεκινά με ένα απόσπασμα από τις «Εκκλησιάζουσες», και με ρωτούσαν τα παιδιά του Συμιακού Θεάτρου πώς αυτό «δένει» με όλα τα υπόλοιπα, και όντως «δένει». Γιατί γύρω στα 1890 οι γυναίκες της Σύμης διαδηλώνουν εναντίον του πασά της Ρόδου για υπερβολική φορολογία. Το 1919 οι γυναίκες πρωτοστατούν και διαδηλώνουν για την ενσωμάτωση, ήταν τότε το αιματηρό Πάσχα του ’19. Γυναίκες διαδηλώνουν και ρίχνουν στη θάλασσα, δύο Ιταλούς Καραμπινιέρους κι αναφέρω και ονομαστικά το Ασημενιώ του Μανιά και την Αννα του Γεώργιου, δύο γυναίκες που πρωτοστάτησαν πραγματικά. Μετά τα επόμενα χρόνια της απελευθέρωσης, πάλι γυναίκες διαδηλώνουν εναντίον αιρετών δημογερόντων…
• Δυναμικές παρουσίες οι γυναίκες της Σύμης.
Ναι. Κάποιους αιώνες πιο μπροστά, οι γυναίκες πρωτοστατούν και βγάζουν τους δικούς των νόμους περί κοινοκτημοσύνης κλπ. Γι΄αυτό τους εξηγώ πως «δένει». Η γλώσσα η συμιακιά, είναι αριστοφάνεια γλώσσα, τολμηρή μεν…
• Γι΄αυτό σας βγαίνει τόσο εύκολα;
Μου βγαίνει πολύ εύκολα.
• Θεματολογία από πού αντλείτε;
Αρκετά πράγματα είναι βιώματα. Δεν είναι τυχαίο ότι σε εκείνον τον τόπο τότε, υπήρχαν οι καλύτερες ορχήστρες. Στο 1912 ο πληθυσμός της Σύμης, ξεπερνούσε τις 30.000. Ηταν η 20ή μεγαλύτερη σε πληθυσμό πόλη της Ελλάδας. Υπήρχε μεγάλος πλούτος. Με την ευκαιρία, θα ήθελα να πω ότι προχωράμε σε κάποιες εκδόσεις, όχι των δικών μου βιβλίων – αυτά θα εκδοθούν αφού πάρω το εφάπαξ και θα καλύψω εξολοκλήρου τα έξοδα από δικά μου χρήματα. Θα εκδώσουμε το βιβλίο του αείμνηστου Κώστα Φαρμακίδη, ο οποίος έχει κάνει μια πλήρως εμπεριστατωμένη δουλειά που αφορά στα κοστούμια και στα κοσμήματα της Συμιακιάς γυναίκας αλλά και στα αντρικά κοστούμια. Μέσα από τον Σύλλογο έχει δημιουργηθεί μια μεγάλη ομάδα, από πανεπιστημιακούς, από ερευνητές, και εργαζόμαστε πάνω στη δουλειά του Κώστα του Φαρμακίδη. Ευτυχώς υπάρχουν τα αυθεντικά κομμάτια των παραδοσιακών φορεσιών και τα αυθεντικά κοσμήματα από τη Συλλογή τη δική του, και από άλλες συλλογές, τα οποία είναι έτοιμα για να γίνουν οι φωτογραφήσεις. Αυτός ο πλούτος θα πρέπει να διασωθεί γιατί είναι η παράδοσή μας. Υπάρχει καταρχήν η μοναδική βέργωση της συμιακιάς αρχοντικής φορεσιάς. Η Συμιακά στο κεφάλι της φορούσε στέμμα και μέσα από προικοσύμφωνα, μέσα από αφηγήσεις αλλά και μέσα από την παράδοση, προκύπτει ότι όταν ένα σπίτι στην καλή στράτα στοίχιζε γύρω στα 100 γρόσια και ένα αρχοντικό στο λιμάνι έφτανε στα 180 γρόσια, η βέργωση της συμιακιάς φορεσιάς – που είναι μοναδική και δενέχει καμία σχέση με άλλα κοσμήματα άλλων περιοχών της χώρας- στοίχιζε γύρω στα 280 γρόσια! Αυτό εξηγείται, αν λάβουμε υπόψη ότι ήταν κατοχή και ο Συμιακός επένδυε τα χρήματά του με πολλούς τρόπους. Τη βέργωση την έπαιρνε ανά πάσα στιγμή κι έφευγε, γι αυτό στα δύσκολα χρόνια της κατοχής, οι Συμιακοί έδωσαν στα χυτήρια τις βεργώσεις και σήμερα στέκει μόνο μια, όπως καταγράφεται και μέσα στο βιβλίο του Κώστα Φαρμακίδη, την οποία έχουμε εμείς στον Σύλλογο υπό μορφή χρησιδανείου. Προχωράμε σε ένα αντίγραφό της, το οποίο μόλις ολοκληρωθεί – θα κοστίσει αρκετά χρήματα για τον Σύλλογο- θα δοθεί στο Μουσείο της Σύμης για να μπορούν να δουν οι νεότερες γενιές τον πλούτο που πέρασε από τα νησί.
• Μία και μοναδική βέργωση σώζεται δηλαδή σήμερα;
Ναι, ακριβώς. Η βέργωση έμπαινε μόνο στην αρχοντική φορεσιά της Σύμης. Να πω ότι, πηγή μου είναι ο Κώστας ο Φαρμακίδης τον οποίον είχα τη χαρά πριν να πεθάνει να έχω επισκεφθεί, σε μια εκδήλωση προς τιμήν του και τότε τον βοήθησα να στήσουμε μαζί την βέργωση, και μου είχε πει: «Κι εγώ Μανώλη μου τα πήρα από τους Χαβιαράδες, τώρα τα αφήνω στα δικά σου τα χέρια». Και είναι μεγάλη παρακαταθήκη, γι αυτό έχουμε πέσει με τα μούτρα κι εγώ και τα δύο κορίτσια του, για να προχωρήσει αυτή η δουλειά, γιατί αξίζει.
• Στο Συμιακό Θέατρο κύριε Αντώνογλου, συμμετέχουν μόνο Συμιακοί;
Να κάνω μια διόρθωση, το επίθετο είναι Αντωνόγλου! Το λέω, διότι πρέπει κάποια στιγμή να γίνει αποκατάσταση, μας αποκαλούν Αντώνογλου αλλά αυτό το επίθετο δεν υπάρχει στη Σύμη. Λεγόμαστε Αντωνόγλου.
• Ξανασυστηνόμαστε λοιπόν σήμερα!
Ναι, όλοι με αποκαλούν Αντώνογλου οπότε ας ξανασυστηθούμε.
• Στο Συμιακό Θέατρο, λοιπόν, είναι όλοι Συμιακοί;
Ναι. Κατά καιρούς όμως συνεργαζόμαστε και με άλλα παιδιά, όπως για παράδειγμα στην παράσταση «Συμιακό κι Αρχαγγελίτη». Στο κομμάτι που αφορά τις «Εκκλησιάζουσες», στην νέα παράσταση, ο Γιώργος ο Γέροντας ερμηνεύει τον ρόλο του νεαρού που πάει να κάνει έρωτα και τον πλακώνουν μετά οι γριές που έρχονται, γιατί παίρνουν το προνόμιο αυτό από το νόμο που έχουν βγάλει, μιλάει αρχαγγελίτικα.
• Πόσα άτομα έχουν περάσει όλα αυτά τα χρόνια από το συμιακό θέατρο;
Εκατοντάδες.
• Ολοι ερασιτέχνες;
Κανένας δεν είναι επαγγελματίας. Κατά καιρούς έχουμε συνεργαστεί με κορυφαίους επαγγελματίες συντελεστές, αλλά τα παιδιά –τους λέω παιδιά διότι έχουμε μεγαλώσει μέσα στο συμιακό θέατρο- έχουν αποκτήσει επαγγελματική συνείδηση και το κάθε τι το κάνουν με αγάπη για τον τόπο που υπηρετούν είτε αυτός είναι η Σύμη, είτε η Ρόδος. Αυτός είναι ο μοναδικός μας σκοπός και ο μοναδικός μας στόχος, δεν υπάρχουν άλλες φιλοδοξίες, ούτε συμφέροντα, ούτε κολακείες, ούτε υπάρχει εγωισμός, ο μόνος εγωισμός που έχουμε είναι να δούμε το νησί μας να ανεβαίνει, τίποτα άλλο. Λειτουργούμε με το «εμείς» και όχι με το «εγώ». Όλα στο θέατρο γίνονται ομαδικά και θεωρώ ότι αυτό είναι το κλειδί της επιτυχίας.
• Πότε θα δούμε την νέα παράσταση;
Στις 29, 30 και 31 Ιουλίου και 1 Αυγούστου στη Ρόδο, στην Τάφρο, και στις 11 Αυγούστου στη Σύμη. Στην Σύμη παίζουμε πάντοτε το τελευταίο Σάββατο πριν της Παναγιάς. Προηγήθηκε βέβαια η παράσταση «Συμιακό κι Αρχαγγελίτη…», μπήκε εμβόλιμα, διότι έπρεπε να βοηθηθεί κάποιος συμπατριώτης μας. Οι παραστάσεις πήγαν πολύ καλά –υπό την αιγίδα πάντα της Ομοσπονδίας Παροικιακών Συλλόγων Δωδεκανήσου με μπροστάρη τον Νίκο Κωνσταντινίδη – και πρέπει να πω ότι δούλεψαν πολύ σκληρά και οι Συμιακοί και οι Αρχαγγελίτες για να βγει αυτό το έργο, και βέβαια εδώ φάνηκε και η ευαισθησία του κόσμου, που ναι μεν αποζημιώθηκε και με το παραπάνω με την παράσταση που είδε αλλά βγάλαμε ένα αρκετά σημαντικό ποσό που διατέθηκε στον νεαρό συμπολίτη μας ο οποίος έχει ανάγκη. Πάντα οι αδύναμοι συμπολίτες μας έχουν προτεραιότητα, είχε πρόκειται για ζητήματα υγείας, είτε για οικονομικά θέματα είτε για φοιτητές που αξίζει να τους ενισχύσεις.
• Η κοινωνική διάσταση, είναι επίσης μια αξιοσημείωτη πτυχή του Συμιακού Θεάτρου.
Σε αυτήν εντάσσεται και το «Συμιακό Σπίτι» που λειτουργεί ως λαογραφικό μουσείο σε μια περιοχή με αρκετά προβλήματα, στην Ανάληψη. Το κτήριο αγοράστηκε από τον Σύλλογο και εξοπλίστηκε και με πολλές δωρεές, που εξακολουθούν μας γίνονται αλλά και με χρήματα του Συμιακού Θεάτρου. Εκτίθενται μοναδικά αντικείμενα που αξίζει τον κόπο να δει κανείς. Ευελπιστούμε και πιστεύουμε ότι κάποια στιγμή αυτό θα επεκταθεί, θα μεγαλώσει και θα δημιουργηθεί στην περιοχή μας, κάτι αντίστοιχο με το «Μουσείο Μπενάκη».
• Κλείνοντας, όταν σκέφτεστε το Συμιακό Θέατρο, τι είναι αυτό που θέλετε να επιτύχετε;
Να διασωθούν αυτά που χάθηκαν από τη Σύμη και περισσότερο απ΄όλα η διατήρηση του ιδιώματος το οποίο καθημερινά δέχεται επιδράσεις που το αλλοιώνουν. Μας βοηθούν σημαντικά τα νέα παιδιά κι αυτό είναι πολύ καλό, διότι στους νέους ανθρώπους πρέπει να παραδίδουμε κι εκείνοι να γίνονται μπροστάρηδες για να μπορέσει να υπάρξει και συνέχεια. Διαφορετικά σταματά και η παράδοση.

 

 

 

Φωτορεπορτάζ:

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ