Αθήνα, 14

Οπως αναφέρουν ευρωπαϊκές πηγές, μέχρι αργά το βράδυ της Δευτέρας η ελληνική πλευρά δεν είχε απαντήσει επί της κοινής θέσης των Θεσμών, όπως αυτή διατυπώθηκε στο τετ-α-τετ με τον Ε. Τσακαλώτο την Παρασκευή και παρά τις διπλωματικές δημόσιες δηλώσεις Ευρωπαίων αξιωματούχων για τη δυνατότητα συμφωνίας ως την ερχόμενη Δευτέρα, η εικόνα είναι ακόμα πολύ “θολή”. Η πέτρα του σκανδάλου δεν είναι άλλη από τη στάση του ΔΝΤ και η οργισμένη- συνάμα αμήχανη- έκρηξη του Ε. Τσακαλώτου στο δελτίο ειδήσεων του ΑΝΤ1, είναι ενδεικτική του πόσο οριακά κινείται η διαπραγμάτευση.
Τη γραμμή της κυβέρνησης (αλλά και το σχέδιο της τελικής υποχώρησης) περιέγραψε χθες, Δευτέρα, και ο υπουργός Οικονομικών κύριος Ευκλείδης Τσακαλώτος, ο οποίος σε τηλεοπτική συνέντευξή του παραδέχτηκε ότι:
– Αν καθυστερήσει η διαπραγμάτευση «μπαίνουμε σε δύσκολα νερά».
– «Έχουμε καθυστερήσει γιατί επιδιώκουμε μια συνολική συμφωνία σε όλο το πακέτο. Θέλουμε μια πολιτική λύση στο Eurogroup της 20ής Φεβρουαρίου και μετά θα κάνουμε τις λεπτομέρειες».
– «Το καταλάβαμε μετά τις εκλογές του Σεπτέμβρη ότι οι καθυστερήσεις φέρνουν μεγαλύτερο λογαριασμό, αλλά πρέπει 3-4 πράγματα να τα κρατήσουμε ανοικτά, σε 3-4 πράγματα, αλλιώς θα μας πουν πως δεν θα είμαστε καλοί διαπραγματευτές».
– Ο πρωθυπουργός είπε «ούτε 1 ευρώ νέα μέτρα» για μαξιμαλιστικούς λόγους και για εσωτερική κατανάλωση και μόνον. Όπως είπε με έμφαση ο υπουργός «τι θέλατε να πει; Ότι είμαστε έτοιμοι να κάνουμε 1 δισ. και αυτοί μετά να το πάνε στα 2 δισ.; Ο πρωθυπουργός πρέπει να κρατήσει μια γραμμή όσο σκληρή γίνεται και να κάνει όσο το δυνατόν μικρότερη υποχώρηση. Δεν πας σε μια διαπραγμάτευση ζητώντας το μίνιμουμ αλλά το μάξιμουμ» τόνισε.
Τι έχει σημάνει συναγερμό στην ελληνική πλευρά; Η άποψη και η γραμμή του ΔΝΤ, όπως αυτή διατυπώνεται επισήμως στην έλθεσή του, ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα αυτή τη στιγμή οφείλεται στη βραδεία μεταρρυθμιστική προσπάθεια της κυβέρνησης ή στις ανεπαρκείς παρεμβάσεις της κι αν αυτό συνεχιστεί με αποτέλεσμα την αδυναμία ένταξης στο QE, τη διατήρηση των capital controls και την απουσία λύσης για το Χρέος, τότε η ροή επενδύσεων θα είναι πολύ πιο χαμηλή και η δυναμική του ΑΕΠ πιο ασθενής. Πού μπορεί να οδηγήσει αυτό κατά το Ταμείο; Σε νέα κρίση ρευστότητας και χωρίς μια νέα χρηματοδοτική βοήθεια, σε κίνδυνο Grexit.
Αυτή τη στιγμή το μόνο που υπάρχει στο τραπέζι είναι η κοινή απαίτηση των δανειστών για προκαταβολική νομοθέτηση μέτρων έτσι ώστε να “κλειδώσει” ο στόχος του 3,5% και η ελληνική πλευρά στην πραγματικότητα καλείται να αντεπεξέλθει σε δύο μέτωπα. Από τη μια, να πιέσει και να πείσει το ΔΝΤ να επικαιροποιήσει τις εκτιμήσεις του για τη δυναμική των μέτρων που ήδη εφαρμόζονται, με βάση το δημοσιονομικό αποτέλεσμα του 2016, έτσι ώστε να περιορίσει τον όγκο των πρόσθετων μέτρων που πρέπει να νομοθετηθούν για να διασφαλιστεί ο στόχος του 2018. Αν και το ευρωπαϊκό σκέλος των Θεσμών- δηλαδή η Κομισιόν και η ΕΚΤ- κινούνται στη λογική της Αθήνας, ο εχθρικός συσχετισμός δυνάμεων στο Eurogroup, όπου κυριαρχεί ο γερμανικός παράγοντας και οι δορυφόροι του, επί της ουσίας θυσιάζει τις δημοσιονομικές και τις μακροοικονομικές επιδόσεις της Ελλάδας στο βωμό της συμμετοχής του Ταμείου στο πρόγραμμα.
Από την άλλη πλευρά, η Αθήνα πιέζει για συνολική λύση, που θα συμπεριλαμβάνει τα μέτρα για το Χρέος, όχι μόνο ως πολιτικό αντίβαρο για τα σκληρά νέα μέτρα που πρέπει να νομοθετηθούν αλλά επειδή συν τοις άλλοις η ΕΚΤ έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν μπορεί να ανάψει πράσινο φως για το QE χωρίς εξειδίκευση των μεσοπρόθεσμων μέτρων για την ελάφρυνση του Χρέους. “Η Ανάλυση Βιωσιμότητας (DSA) είναι πρόβλημα και για την ΕΚΤ” σημειώνουν ευρωπαϊκές πηγές. Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, οι Ευρωπαίοι είναι διατεθειμένοι να “φωτογραφίσουν” τις αναγκαίες παρεμβάσεις, χωρίς όμως να διαταράσσουν τον εκλογικό κύκλο σε Ολλανδία, Γαλλία και ειδικά στη Γερμανία. Ωστόσο δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι το ΔΝΤ αρκείται σε κάτι τέτοιο. Αντιθέτως, αν λάβει κανείς υπόψιν τις δηλώσεις της Κ. Λαγκάρντ, θα πρέπει να αναμένει ότι το Ταμείο θα πιέσει για εξειδίκευση και επέκταση των μέτρων που περιγράφονται στην απόφαση του Eurogroup της 26ης Μα:ιου. Το ερώτημα αν αυτή η πίεση αποσκοπεί στην κάμψη του Βερολίνου ή στην πλήρη και άνευ όρων παράδοση της Αθήνας, είναι κάτι που θα απαντηθεί τις επόμενες εβδομάδες.

Ντάισελμπλουμ: Η προθεσμία της 20ής Φεβρουαρίου χάθηκε
Η δεύτερη αξιολόγηση δεν θα ολοκληρωθεί εγκαίρως για το Eurogroup που θα πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου. Αυτό ανέφερε ο πρόεδρος της ευρωομάδας Γερούν Ντάισελμπλουμ, επιβεβαιώνοντας αυτό που λίγο-πολύ όλοι υποψιάζονταν.
Όπως ανέφερε, σύμφωνα με το Reuters, η συμμετοχή του ΔΝΤ παραμένει ζωτικής σημασίας για να συνεχιστεί το ελληνικό πρόγραμμα.
Αναφερόμενος στην κατάσταση στην Ελλάδα, εμφανίστηκε πάντως καθησυχαστικός, τονίζοντας ότι η χώρα δεν βρίσκεται σε «οξεία κρίση» (acute crisis).
Σύμφωνα με την ατζέντα του Eurogroup που δόθηκε στη δημοσιότητα, κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης των υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης, θα υπάρξει ενημέρωση για την εφαρμογή του προγράμματος από την Ελλάδα, με εστίαση στα σχέδια για να προχωρήσει η β’ αξιολόγηση.

Τι ελπίζει και τι φοβάται το Μαξίμου
«Σωσίβιο» Κομισιόν για έγκαιρη συμφωνία
Του Γιώργου Μελιγγώνη
Στην πολιτική παρέμβαση της Κομισιόν, αλλά και άλλων Ευρωπαίων ηγετών, προκειμένου να κλείσει η αξιολόγηση και να μειωθεί ο βαρύς λογαριασμός των μέτρων ελπίζει η κυβέρνηση, καθώς τις τελευταίες ημέρες οι Βρυξέλλες ξεδιπλώνουν κάθε μέρα και από μία πρωτοβουλία, αναδεικνύοντας την «εγκάρδια συνεννόηση» μεταξύ του Ζαν Κλοντ Γιούνκερ και του πρωθυπουργού.
Στην κυβέρνηση συνεχίζουν να επιμένουν ότι η συμφωνία θα κλείσει με τρόπο πολιτικό και όχι τεχνοκρατικό. «Πρώτα θα συζητήσουμε πολιτικά για το συνολικό πακέτο, που δεν μπορεί να περιέχει μόνο μέτρα και μετά θα κάτσουμε κάτω με τους τεχνοκράτες για να εξειδικεύσουμε τα πάντα», εξηγεί στο matrix24.gr κορυφαίος κυβερνητικός αξιωματούχος, εμμένοντας στην διαπραγματευτική τακτική που περιγράφεται με την φράση «δεν έχει συμφωνηθεί τίποτα, αν δεν έχουν συμφωνηθεί όλα». Πρόκειται, άλλωστε, για μία φράση που επανέλαβε χθες το βράδυ, στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του ΑΝΤ1 και ο υπουργός Οικονομικών, Ευκλείδης Τσακαλώτος, αφήνοντας να εννοηθεί ότι αν το συνολικό πακέτο ικανοποιεί την Αθήνα, τότε είναι ανοιχτό το σενάριο για ορισμένες νέες υποχωρήσεις, προκειμένου να ικανοποιηθούν οι δανειστές και να ανοίξει ο δρόμος για συμφωνία.

«Χωρίς μεσοπρόθεσμα μέτρα,
δεν έχει συμφωνία»
Επί της ουσίας, η Αθήνα διαμηνύει στις Βρυξέλλες και, κυριότατα στο Βερολίνο, ότι αν η συμφωνία δεν περιέχει μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος, τότε αυτή δεν πρόκειται να υπάρξει. Κι αυτό τίθεται ως προϋπόθεση όχι μόνο για να αποκτήσει η κυβέρνηση το απαραίτητο πολιτικό «αμπαλάζ» που θα καταστήσει διαχειρίσιμη εσωτερικά τη συμφωνία, αλλά και επειδή η λήψη μεσοπρόθεσμων μέτρων για το χρέος αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση της ΕΚΤ για να εντάξει την χώρα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. «Αν δεν μπούμε στην ποσοτική χαλάρωση, δεν έχει κανένα νόημα να πάρουμε κανένα μέτρο, τώρα που η οικονομία υπεραποδίδει», υποστηρίζουν κυβερνητικές πηγές, υπονοώντας ότι η κυβέρνηση δεν πρόκειται να κάνει καμία συμφωνία, αν αυτή δεν λύνει τα χέρια της ΕΚΤ και δεν ανοίγει τον δρόμο για την ποσοτική χαλάρωση. Βεβαίως, κατά πληροφορίες, ενδεχομένως σε αυτή την φάση –που ανοίγει σιγά σιγά ο εκλογικός κύκλος στην Ευρώπη- η Φρανκφούρτη να αρκείτο σε μία «ισχυρή πολιτική δέσμευση του Eurogroup» πως θα δρομολογηθούν τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος. Όμως, ακόμη και αυτό το σενάριο προς το παρόν δεν βρίσκει ευήκοα ώτα στο Eurogroup και δη στο Βερολίνο. Σημειωτέον ότι η λήψη αποφάσεων για το χρέος, όπως υποστηρίζουν στην Αθήνα, θα είχε διπλό όφελος: πέραν του ότι θα απελευθέρωνε τα χέρια της ΕΚΤ για να πράξει… τα δέοντα, θα έδινε και ένα κίνητρο στο ΔΝΤ –που επιμένει στο θέμα της αποκατάστασης της μακροπρόθεσμης διαχειρισιμότητας του χρέους- προκειμένου να βάλει νερό στο κρασί των υπόλοιπων απαιτήσεών του.

70 λεπτά διήρκεσε
το ραντεβού Κυριάκου-Σόιμπλε
Ολοκληρώθηκε περίπου στις 2 μετά το μεσημέρι (ώρα Ελλάδας), η συνάντηση του προέδρου της ΝΔ Κυριάκου Μητσοτάκη, με τον Γερμανό υπουργό Οικονομικών, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, στο Βερολίνο. Η συνάντηση διήρκεσε 70 λεπτά και πραγματοποιήθηκε στο γραφείο του κ. Σόιμπλε, στο υπουργείο Οικονομικών, και χωρίς μετά να γίνουν δηλώσεις από κάποια πλευρά.
Ο πρόεδρος της ΝΔ συνοδευόταν από τον τομεάρχη Οικονομικών Χρήστο Σταϊκούρα και τον σύμβουλό του Στέλιο Πέτσα που ήταν εφοδιασμένοι με όλα τα απαραίτητα οικονομικά στοιχεία για να στηρίξουν την επιχειρηματολογία υπέρ των χαμηλότερων πλεονασμάτων που προβλέπεται στο σχέδιο εξόδου από την κρίση που έχουν καταρτίσει στη ΝΔ.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ