Για την προσεχή Τετάρτη κλήθηκε για κατάθεση ενώπιον της τακτικής Ανακρίτριας Ρόδου η μητέρα ενός παιδιού ηλικίας 3 ετών, που κατήγγειλε επαγγελματία οδηγό για ασέλγεια.
Τον εγκαλούμενο γνώρισε η μητέρα του παιδιού, το Νοέμβριο του 2014 και διατηρούσαν έκτοτε φιλικές σχέσεις. Η γνωριμία τους, εξελίχθηκε σε μία στενή φιλία, η οποία δεν είχε ερωτικές ή συναισθηματικές προεκτάσεις.
Η μητέρα της ανήλικης φέρεται να είχε εξηγήσει στον εγκαλούμενο, ότι δεν ήθελε ερωτική σχέση μαζί του και ότι δεν θα πρέπει να περιμένει «κάτι παραπάνω» από μια απλή φιλία.
Ο εγκαλούμενος, σύμφωνα με την μήνυση, έδειχνε στοργή και αγάπη στην ανήλικη θυγατέρα της και όταν η ίδια αδυνατούσε, λόγω της εργασίας της, να μεταφέρει ή να παραλάβει, το παιδί της από τον παιδικό σταθμό, το ανελάμβανε εκείνος.
Επιπλέον σε δύο τουλάχιστον περιστάσεις, ο εγκαλούμενος φέρεται να είχε αναλάβει την φύλαξη του παιδιού στην οικία της μητέρας του, όταν η τελευταία έπρεπε να απουσιάσει και η νταντά αδυνατούσε να εργαστεί.
Όπως περιγράφεται στην έγκληση, ενώ όλα έβαιναν καλά, το παιδί άρχισε να εμφανίζει περίεργη συμπεριφορά και συγκεκριμένα φίλησε την μητέρα του στο μάγουλο με εξαιρετικά προκλητικό τρόπο.
Επιπλέον, ενώ το παιδί πήγαινε στον παιδικό σταθμό με ιδιαίτερο ενθουσιασμό, άρχισε να δείχνει αρνητική συμπεριφορά, ξεσπούσε σε κλάματα κατά τη διάρκεια της παραμονής της εκεί και στην πορεία παρουσίασε κρίσεις έντονου βήχα, χωρίς να είναι άρρωστο.
Ιατροί θεώρησαν ότι ο βήχας οφείλετο σε ψυχοσωματική αιτία και όταν ένα βράδυ περί τις αρχές Ιουλίου, το παιδί έβηχε πολύ, η μητέρα της είχε συνομιλία μαζί της κατά τη διάρκεια της οποίας, το παιδί περιέγραψε ότι ο εγκαλούμενος το θώπευε στα απόκρυφά του σημεία!
Η μητέρα επισκέφθηκε παιδίατρο και ψυχολόγο, ενώ διαπίστωσε ότι το παιδί δεν πήγαινε στην ώρα του στο σχολείο αλλά με καθυστέρηση δυόμισι περίπου ωρών. Από τις εξετάσεις δεν προέκυψε διακορεσμός του παιδιού ή άλλου είδους κακοποίηση.
Ο εγκαλούμενος, εξεταζόμενος, αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι προέβη σε άσεμνες χειρονομίες και θωπείες στο σώμα της ανήλικης.
Χαρακτήρισε ψευδή και κατασκευασμένη την κατηγορία, υποστηρίζοντας ότι επινοήθηκε από την μητέρα της ανήλικης για οικονομικούς λόγους.
Κατέστησε σαφές ότι δεν γνωρίζει τον πατέρα της ανήλικης, ενώ ισχυρίστηκε ότι είχε δανείσει μικροποσά στην μητέρα της, κατ’ επανάληψη, τα οποία και του επέστρεψε.
Ισχυρίστηκε ακόμη ότι τον χρησιμοποιούσε για τις μετακινήσεις της κι εκείνος για λόγους ανθρωπισμού, τις περισσότερες φορές, δεν εισέπραττε το κόμιστρο.
Υποστήριξε ακόμη ότι μετέφερε το παιδί, όταν ξενυχτούσε η μητέρα στην εργασία της, στους παιδικούς σταθμούς που πήγαινε, χωρίς ποτέ να διανοηθεί να ασελγήσει σε βάρος του, ενώ αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι καθυστερούσε να παραδώσει το ανήλικο παιδί στον παιδικό σταθμό.
Αναφέρεται σε επικοινωνίες που είχε με την μητέρα και τονίζει ότι στην πορεία της φιλικής τους σχέσης άρχισε να αισθάνεται άβολα και πιεσμένος διότι λόγω των απαιτήσεών της κατάλαβε ότι είχε γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης.
Υποστηρίζει ότι του ζητούσε δανεικά τα οποία δεν της έδωσε και ότι επινοήθηκε την ιστορία με το παιδί της και ότι τον εκβίασε.
Τονίζει ακόμη ότι έχει καταμηνύσει τους γονείς για συκοφαντική δυσφήμιση, ψευδορκία και ψευδή καταμήνυση και τη μητέρα του παιδιού επιπλέον για εκβιασμό.
Ο ίδιος καταγγελλόμενος αρνήθηκε κατηγορηματικά και το συμπέρασμα εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης ψυχολόγου, που εξέτασε το παιδί, ενώ προσέβαλε την έκθεση ως άκυρη διότι ο διορισμός της έγινε χωρίς να του γνωστοποιηθεί για να λάβει γνώση και να διορίσει τεχνικό σύμβουλο.
Τους γονείς εκπροσωπεί ο δικηγόρος κ. Βασίλης Καβουριού και τον καταγγελλόμενο ο δικηγόρος κ. Μανώλης Κουτσούκος.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ