Τα τροχαία αποτελούν την πρώτη αιτία θανάτου στις ηλικίες μεταξύ 19 και 39 ετών, ενώ τα μισά εξ αυτών οφείλονται στην κατανάλωση αλκοόλ και άλλων παράνομων ουσιών. Το γεγονός ότι οι Ελληνες διατηρούμε μια «χαλαρή» σχέση όσον αφορά την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ εκτός από γνωστό είναι και εμφανές στα στατιστικά. Στο προχθεσινό τραγικό δυστύχημα που σημειώθηκε, όταν ο οδηγός του φορτηγού μεθυσμένος, έστειλε στο άλλο κόσμο δύο ανθρώπους και μια κοπέλα στην εντατική, καταδεικνύει με τον δραματικότερο τρόπο το έλλειμα όχι μόνον την ανευιθυνότητα όποιου θεωρεί ότι «αντέχει» και πίνει ένα ποτηράκι παραπάνω πριν πιάσει το τιμόνι, αλλά και την ευθύνη όσων δεν διορθώνουν τον ΚΟΚ, ο οποίος  επιστρέφει την άδεια οδήγησης στον δράστη τρεις ή το πολύ έξι μήνες μετά το τροχαίο έγκλημα. Μόνο σε όσες (λίγες) περιπτώσεις που παραβάσεις θεωρούνται επικίνδυνες προβλέπεται αφαίρεση διπλώματος σε υποτροπή. Αν δηλαδή σκοτώσεις οδηγώντας μεθυσμένος έναν άνθρωπο και στη συνέχεια ξανασκοτώσεις και κάποιον άλλο, τότε θα σου πάρουν το δίπλωμα! Το λέω αυτό γιατί ο συγκεκριμένος μεθυσμένος οδηγός, ξαναπιάστηκε να οδηγεί μεθυσμένος! Αν του είχαν πάρει το δίπλωμα θα συνέβαινε αυτό; Η τα ρίχνουμε ως συνήθως στην «κακιά στιγμή»; Την περασμένη Τρίτη, στη Βουλή σε  συνεδρίασή της ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Οδικής Ασφάλειας με συγγενείς θυμάτων και φορείς ενδιαφέρουσα ήταν η τοποθέτηση της κυρίας Τασίας Χριστοδουλοπούλου: «Δεν μπορώ να καταλάβω πώς είναι τυχαίο το ότι κάποιος περνάει με κόκκινο, μιλάει στο κινητό, έχει πιει πάνω από το όριο που προβλέπει ο Κώδικας και θεωρεί ότι δεν θα συμβεί τίποτα. Τι είναι αυτός ο άνθρωπος; Πώς πρέπει να τον χαρακτηρίσουμε; Αφελή; Δολοφόνο; Ξέρετε ότι σε όλες τις περιπτώσεις που προκύπτει θάνατος απαγγέλλεται κατηγορία (ανθρωποκτονία από αμέλεια ή ενδεχόμενος δόλος για την ανθρωποκτονία). Αυτό τι σημαίνει; Οτι είναι έγκλημα. Στο τυχαίο δεν παρεμβαίνει κανείς, στο έγκλημα παρεμβαίνει. Εφόσον, λοιπόν, η έννομη τάξη το έχει κατατάξει είτε ως πλημμέλημα είτε ως κακούργημα, δεν μπορούμε να το λέμε ατύχημα. Απαγορεύεται πλέον να χρησιμοποιούμε αυτές τις λέξεις, γιατί δίνουμε άλλοθι, γιατί εξωραΐζουμε την κατάσταση και κυρίως γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα απέναντι στο ατύχημα, παρά να το περιμένουμε να συμβεί. Οταν μιλήσουμε όμως για έγκλημα, θα μιλήσουμε για πρόληψη και θα αναζητήσουμε τους τρόπους αυτά τα εγκλήματα να περιοριστούν».

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ