Σε τρεις φορές ισόβια καταδικάστηκαν χθες από το Πενταμελές Εφετείο Δωδεκανήσου, μετά την άσκηση εφέσεως υπέρ του νόμου στην απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου επί κακουργημάτων της 9ης Ιουλίου 2015, με την οποία είχαν κριθεί αθώοι λόγω αμφιβολιών, κατά πλειοψηφία, οι Σύροι Α. Β. R. του J. 27 ετών και K. Η. του A. R. 26 ετών, που φέρονται ως οι υπαίτιοι της τραγωδίας που εκτυλίχθηκε στη θαλάσσια περιοχή του “Ζέφυρος”.
Το δικαστήριο εξέτασε συγκεκριμένα χθες την έφεση που άσκησε ο Εισαγγελέας Εφετών Δωδεκανήσου, ερήμην τους και τους έκρινε ενόχους για την πρόκληση ναυαγίου στην περιοχή “Ζέφυρος”, οδηγώντας στο θάνατο τρεις μετανάστες, μεταξύ αυτών κι ένα 5χρονο αγοράκι.
Κρίθηκαν ειδικότερα ένοχοι για πρόκληση ναυαγίου, για μεταφορά με πλωτό μέσο από το εξωτερικό στο εσωτερικό της χώρας πολιτών τρίτης χώρας, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου, από κοινού και από κερδοσκοπία, κατά συρροή, εκ της οποίας πράξης επήλθε θάνατος και μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο και για παράνομη είσοδο στη χώρα.
Το πρωτόδικο δικαστήριο είχε κρίνει ενόχους τους δύο κατηγορούμενους μόνο για παράνομη είσοδο στη χώρα και τους επέβαλε ποινή φυλάκισης 6 μηνών, την οποία έχουν εκτίσει κατά τη διάρκεια της προσωρινής τους κράτησης.
Απολογούμενοι ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου οι δύο διακινητές, έγγαμοι, γονείς ανήλικων παιδιών (δύο παιδιά έκαστος) υποστήριξαν ότι αναγκάστηκαν να φύγουν εσπευσμένα από την πατρίδα τους, αφήνοντας πίσω τις οικογένειές τους λόγω της αντικαθεστωτικής δράσης που ανέπτυξαν και κινδύνευαν να συλληφθούν από τις δυνάμεις του Ασάντ.
Αφού πέρασαν τα σύνορα με την Τουρκία βρέθηκαν στην Κωνσταντινούπολη με τελικό προορισμό τη Σουηδία, όπου υπάρχει μεγάλη συριακή κοινότητα.
Στην αρχή πίστεψαν, όπως είπαν, ότι θα μπορούσαν να ταξιδέψουν αεροπορικώς μέσω τρίτης χώρας, όταν όμως το σχέδιό τους απέτυχε, καθώς απαιτείτο η έκδοση VISA, αναγκάστηκαν να αναζητήσουν θαλάσσια οδό διαφυγής, μέσω κυκλωμάτων, που ανθούν στην Κωνσταντινούπολη.
Μετά από μικρή προσπάθεια τους έφεραν, όπως ισχυρίστηκαν, σε επαφή με κάποιο που έδειχνε Ευρωπαίος, μιλούσε όμως άπταιστα αραβικά και τούρκικα, ο οποίος μετά από παζάρια δέχτηκε να τους μεταφέρει με πλοίο στα ελληνικά παράλια, ζητώντας από τον καθένα τους 2.000 δολάρια και δεχόμενος τελικά να κατέβει η τιμή στα 1.800 αφού ήταν τρία άτομα, εκ των οποίων τα μισά έλαβε ως προκαταβολή.
Μετά από τρεις ή τέσσερις μέρες κάποιος άγνωστος σε εκείνους άνδρας τους ζήτησε να μεταβούν με λεωφορείο στην παραλιακή πόλη Φετιγέ, πράγμα που έκαναν μετά από ταξίδι 12 περίπου ωρών.
Την 20η Απριλίου 2015 βρέθηκαν στο Φετιγέ και στο σταθμό τους τηλεφώνησε κάποιος ο οποίος τους ζήτησε να καθίσουν σε ένα καφενείο.
Μετά από λίγο εμφανίστηκε ένας Σύρος που τους οδήγησε σε μια κοντινή πανσιόν, όπου και παρέμειναν μέχρι το βράδυ. Ο ίδιος, που άλλοτε τον φώναζαν Αμπντούλ και άλλοτε Αχμέντ, κατά τις δύο τα ξημερώματα τους έβαλε μαζί με άλλους μετανάστες σ’ ένα μικρό βαν, αφού ζήτησε και πήρε τα υπόλοιπα χρήματα, και τους οδήγησε σε έναν σκοτεινό όρμο. Εκεί επιβιβάστηκαν σ’ ένα ξύλινο σκάφος.
Όπως περιέγραψαν απολογούμενοι, γύρω στις 04.00 τα ξημερώματα ξεκίνησαν το ταξίδι για την Ελλάδα με άσχημο καιρό και μάλιστα αστειευόμενοι είπαν στους φίλους τους ότι ούτε σωσίβια τους έδωσαν, ούτε υπάρχει λέμβος διαφυγής, παρά μόνο ένα μικρό φουσκωτό, δεμένο πίσω από το σκάφος. Το πλήρωμα του σκάφους αποτελείτο, όπως υποστήριξαν, από δύο Τούρκους εκ των οποίων ο ένας σήκωσε την άγκυρα και ο άλλος βρισκόταν στο τιμόνι.
Ο καιρός άρχισε να επιδεινώνεται αφού πέρασαν τα βουνά της Τουρκικής ακτογραμμής και τότε προς έκπληξή τους οι δύο Τούρκοι διακινητές έδεσαν με σχοινί το τιμόνι λέγοντάς τους ότι θα τους οδηγήσει στη Ρόδο και στη συνέχεια μπήκαν στη λέμβο, έκοψαν το σχοινί και επέστρεψαν στις τουρκικές ακτές.
Την πράξη τους αυτή, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, την αντιλήφθηκαν λίγοι καθώς οι περισσότεροι ευρίσκοντο στο αμπάρι του σκάφους, αλλά σύντομα επικράτησε πανικός, καθώς το καράβι βρισκόταν ουσιαστικά ακυβέρνητο στην ανοικτή θάλασσα.
Τότε εκείνοι κι άλλα δύο – τρία άτομα, έπιασαν το πηδάλιο και όταν χάραζε μπόρεσαν να δούν τη Ρόδο.
Ισχυρίστηκαν ότι δεν είχαν τον απόλυτο έλεγχο του σκάφους, διότι οι γνώσεις τους σε θέματα ναυσιπλοΐας ήταν ανύπαρκτες.
Πλησιάζοντας στο λιμάνι, όπως είπαν, ουσιαστικά παραιτήθηκαν από κάθε προσπάθεια καθώς το τιμόνι γύριζε χωρίς να αλλάζει την πορεία του σκάφους και έψαξαν να βρούν, όπως και οι λοιποί επιβάτες, κάποιο σημείο για να κρατηθούν, πιστεύοντας ότι το σκάφος θα προσαράξει στα αβαθή.
Λίγα μέτρα από την ακτή το σκάφος κάπου χτύπησε (προφανώς σε ξέρα) και έγινε κομμάτια. Το επόμενο πράγμα που θυμούνται, όπως είπαν, είναι κάποια κρύα ακτή και ανθρώπους άγνωστους να προσπαθούν να τους βοηθήσουν.
Υποστήριξαν ότι δεν είναι μέλη κυκλώματος διακινητών και ότι ουδέποτε προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν κάποιον με σκοπό το κέρδος. Δεν προκάλεσαν ναυάγιο, καθώς όχι μόνο δεν θα είχαν να κερδίσουν κάτι, αλλά αντιθέτως θα κινδύνευε η ζωή τους και η ζωή του αδελφού του δεύτερου που βρισκόταν στο ίδιο σκάφος. Αν δεν κυβερνούσαν το σκάφος, όπως είπαν, θα είχαν πνιγεί όλοι.
Όπως έγραψε η «δημοκρατική», οι δύο διακινητές αναγνωρίσθηκαν από 3 θύματα της τραγωδίας.
Θυμίζουμε ότι περισυνελέγησαν συνολικά 93 άτομα, ενώ τρεις εξ’ αυτών ανασύρθηκαν νεκροί. Πρόκειται για τους Αbbas Ahmed του Μahmoud, 23 ετών, υπήκοο Συρίας, Selam Amanuel, 45 ετών, αγνώστων λοιπών στοιχείων, υπήκοο Ερυθραίας και το 5χρονο παιδί της τελευταίας Elud Dawit, αγνώστων λοιπών στοιχείων.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ