Δεν είμαι η πλέον κατάλληλη να μιλήσω για τον Βαγγέλη Παυλίδη. Τον γνώριζα μόνον μέσα από τα σκίτσα του. Μέσα από αυτά, το μόνο που θα μπορούσα να πω, είναι πως αγαπούσε τα παιδιά. Με το άκουσμα του θανάτου του, ξεφύλλισα κάποια από τα βιβλία της εγγονής μου. «Ο Ιγνάτιος και η γάτα», «Διακοπές στο νησί των πυροτεχνημάτων» του Τριβιζά, «Την Κατερίνα και τον Αόρατο» της Μάρως Λοίζου. Ναι, χωρίς να τον γνωρίζω από κοντά, είμαι σίγουρη πως αγαπούσε τα παιδιά κι αυτό βγαίνει μέσα από τις εικόνες του στα παιδικά βιβλία που εικονογράφησε. Αγαπούσε τα παιδιά γιατί όπως ο ίδιος έλεγε σε μια συνέντευξή του: «Ενθουσιάζονται με πράγματα απλά και καθημερινά. Τα παιδιά έχουν κάτι που εμείς οι μεγάλοι το’ χουμε χάσει σε μεγάλο βαθμό και που προσωπικά προσπαθώ να το ανακτήσω: την φαντασία. Γι αυτό και προσπαθώ να τα καταλάβω, να τα πλησιάσω τα παιδιά. Και… για να θυμηθώ εδώ τον Αϊνστάιν, «Η φαντασία είναι πιο σημαντική από την γνώση»… Πιστεύω στους δράκους και τις νεράιδες, και τους καλικάντζαρους και τις πέτρες που μιλάνε».

Και του είπαν πολλά οι «πέτρες που μιλάνε» της πόλης του:  «Γεννήθηκα το 1943 στη σκιά των κάστρων της Ρόδου και μεγάλωσα με τις πολεμίστρες τους πάνω από το κεφάλι μου. Μόλις έφτασα σε ηλικία που να μπορώ να το σκάσω από το σπίτι, σκαρφάλωσα στα τείχη με σκοπό να μιμηθώ τα κατορθώματα του βασιλιά Αρθούρου, του Ιβανόη και του Έρολ Φλυν. Τρύπωσα στα υγρά υπόγεια και εξερεύνησα τους σφραγισμένους πύργους με τα πατώματα σκεπασμένα με παχιά λεπτή σκόνη. Με τη βοήθεια ενός κεριού βρήκα το δρόμο μέσα στις στοές και τα υπόγεια περάσματα της τάφρου. Και ήταν εκεί, στον Προμαχώνα της Ωβέρνης, που κούρνιασα στο πρώτο μου σκασιαρχείο και εκεί, αργότερα, που άναψα το πρώτο μου τσιγάρο»…

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ