Τα κενά στα δημόσια νοσοκομεία οδηγούν τις Ελληνίδες στον ιδιωτικό τομέα αυξάνοντας τα έξοδα τοκετού, ενώ οι ανεπαρκείς παροχές αποτρέπουν τους προληπτικούς ελέγχους

Παροχές λιτότητας λαμβάνουν οι Ελληνίδες που επιθυμούν να γίνουν μητέρες, καθώς αναγκάζονται να πληρώσουν ακριβά τόσο την πρόληψη όσο και τον τοκετό. Οι επιστήμονες ενώνουν τις φωνές τους και κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, σημειώνοντας ότι η οικονομική ύφεση και η αβεβαιότητα «πνίγουν» το μέλλον των νέων ζευγαριών, συμβάλλοντας δραματικά στην υπογεννητικότητα. Μάλιστα, οι μαιευτήρες-γυναικολόγοι διαπιστώνουν ότι οι έγκυοι κάνουν σε κάποιες περιπτώσεις εκπτώσεις ακόμη και στον προγεννητικό έλεγχο εξαιτίας οικονομικής αδυναμίας, θέτοντας σε κίνδυνο τόσο το έμβρυο όσο και τις ίδιες.
Τα δεδομένα καταγράφουν με τον πλέον γλαφυρό τρόπο το μέγεθος της «μαύρης τρύπας» στην περίθαλψη των γυναικών. Ετησίως, πραγματοποιούνται στην περιοχή του Λεκανοπεδίου 40.000 τοκετοί κατά μέσον όρο. Από αυτούς, υπολογίζεται ότι περίπου το 62% πραγματοποιείται στον ιδιωτικό τομέα. Η επιμονή των Ελληνίδων στην ιδιωτική φροντίδα εν μέσω κρίσης δεν αποτελεί άλλη μία εγχώρια παραδοξότητα, απλά τα κενά στα δημόσια νοσοκομεία εξαναγκάζουν τις μέλλουσες μητέρες στην παραπάνω αντίφαση.
Το πρόσφατο πόρισμα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ), που επιχείρησε να ρίξει φως σε ένα ακόμη… νόσημα της χώρας μας, αυτό των αυξημένων καισαρικών – και τα στοιχεία του οποίου επικαλέστηκε πέρυσι τον Μάρτιο ο υπουργός Υγείας κ. Ανδρέας Ξανθός από το βήμα της Βουλής -, εντοπίζει τις αδυναμίες του δημόσιου συστήματος.
Ειδικότερα και κατά τη διάρκεια της έρευνας, οι ερωτηθέντες μαιευτήρες-γυναικολόγοι των δημόσιων νοσοκομείων παραδέχτηκαν ότι μόνο 30% των κολπικών γεννήσεων πραγματοποιήθηκαν με επισκληρίδιο αναισθησία λόγω της έλλειψης αναισθησιολόγων. Αντίθετα, τα ιδιωτικά μαιευτήρια που επισκέφθηκαν οι ανεξάρτητοι ερευνητές του ΠΟΥ ανέφεραν την ύπαρξη εξειδικευμένης ομάδας αναισθησιολόγων. Επιπλέον, οι ερευνητές του ΠΟΥ στο ίδιο πόρισμα θέτουν υπό αμφισβήτηση τη συνολική ποιότητα του δημόσιου τομέα εξαιτίας της ασυντόνιστης φροντίδας που λαμβάνουν οι γυναίκες.

Κόστος-φωτιά, παροχές μηδέν

Ομως, παρ’ όλο που ο μεγαλύτερος ασφαλιστικός οργανισμός, ο ΕΟΠΥΥ, διατηρεί συμβάσεις με τα ιδιωτικά μαιευτήρια, στην πράξη τα νέα ζευγάρια αναγκάζονται να συμβάλουν σημαντικά στη δαπάνη. Ειδικότερα, για έναν φυσικό τοκετό το κόστος της κλινικής υπολογίζεται στα 1.200-1.500 ευρώ (για τρίκλινο δωμάτιο), χωρίς να συμπεριλαμβάνεται στην τιμή αυτή η αμοιβή του γιατρού, της προσωπικής μαίας και πιθανόν έκτακτες χρεώσεις.

Συνεπώς, με συντηρητικούς υπολογισμούς, οι επιστήμονες του χώρου καταλήγουν ότι το ιδιωτικό κόστος των νοικοκυριών για έναν φυσιολογικό τοκετό αγγίζει τα 3.000 ευρώ, με το πόσο αυτό να αυξάνεται στην περίπτωση που κριθεί αναγκαία η καισαρική τομή ή εάν προκύψουν επιπλοκές και άρα χρειαστούν επιπλέον ημέρες νοσηλείας.

«Οι σύγχρονες Ελληνίδες ενδιαφέρονται για τη δημιουργία οικογένειας και όταν μένουν έγκυοι το πρώτο μέλημά τους είναι η υγεία του μωρού που κυοφορούν. Αυτό όμως που διαπιστώνουμε είναι ότι λόγω των οικονομικών δυσκολιών αφενός μειώνεται ο αριθμός των γεννήσεων και αφετέρου καταγράφεται μια μικρή αύξηση περιγεννητικής θνησιμότητας» σημειώνει μιλώντας στο «Βήμα» o καθηγητής Μαιευτικής – Γυναικολογίας και Εμβρυομητρικής Ιατρικής του Πανεπιστημίου Stony-Brook στη Νέα Υόρκη των ΗΠΑ, κ. Γιώργος Φαρμακίδης. Αντλώντας στοιχεία από την Ελληνική Στατιστική Αρχή, ο κ. Φαρμακίδης επισημαίνει ότι ενώ το 2015 ο δείκτης περιγεννητικής θνησιμότητας ήταν 5,35 ανά 1.000 γεννήσεις, το 2016 σημείωσε μια μικρή – πλην όμως σημαντική, όπως ο ειδικός υπογραμμίζει – αυξητική μεταβολή φτάνοντας το 5,42.
«Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι μια μερίδα των εγκύων στη χώρα μας παραμελεί ή αδυνατεί να υποβληθεί στις εξετάσεις περιγεννητικού ελέγχου. Αντίθετα, η βρεφική θνησιμότητα ελαττώνεται χρόνο με τον χρόνο», διαπιστώνει ο κ. Φαρμακίδης και προσθέτει ότι «εξαιτίας των ελλείψεων στις δημόσιες δομές είναι απαραίτητο να υπάρξει μια πιο δυναμική συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, ώστε να καλυφθούν οι πραγματικές ανάγκες των γυναικών που ζουν στη χώρα μας».

Ο τιμοκατάλογος της ντροπής

Ο τιμοκατάλογος του ΕΟΠΥΥ σχετικά με την αποζημίωση σημαντικών εξετάσεων κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης αντανακλά την απόσταση ανάμεσα στις κρατικές τιμές και σε αυτές που έχουν διαμορφωθεί στην ιδιωτική αγορά. Και δυστυχώς, η διαφορά που προκύπτει επιβαρύνει αποκλειστικά τους ασφαλισμένους. Ειδικότερα, ο μεγαλύτερος ασφαλιστικός φορέας αποζημιώνει με 20 ευρώ το υπερηχογράφημα αυχενικής διαφάνειας, που αποτελεί την πρώτη αναλυτική εξέταση (πραγματοποιείται στην 11η – 14η εβδομάδα κύησης) του εμβρύου και στόχο έχε να υπολογιστεί η πιθανότητα χρωμοσωματικών ανωμαλιών. Εν τούτοις, στον ιδιωτικό τομέα η ίδια εξέταση κοστολογείται στα 120 ευρώ.
Αντίστοιχα, το δεύτερο τρίμηνο οι έγκυοι επιβάλλεται να κλείσουν ραντεβού για το υπερηχογράφημα β’ επιπέδου, ώστε να διαπιστωθεί εάν το έμβρυο αναπτύσσεται φυσιολογικά. Ο Οργανισμός αποζημιώνει τη συγκεκριμένη εξέταση με 40 ευρώ, ενώ τα ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα την κοστολογούν 140 ευρώ. Επιπλέον, σε ό,τι αφορά το υπερηχογράφημα ανάπτυξης – γνωστό και ως Doppler – που είθισται να προγραμματίζεται μεταξύ 28ης και 32ης εβδομάδας κύησης, ο ΕΟΠΥΥ αποζημιώνει τον ιδιωτικό τομέα με 40 ευρώ, όταν η εξέταση κοστίζει 120 ευρώ. Σημειώνεται ότι οι εξετάσεις θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν δωρεάν στα δημόσια νοσοκομεία, όμως ο περιορισμένος αριθμός σε δομές και ραντεβού βάζει εμπόδια στην έγκαιρη πραγματοποίησή τους.

Είδος πολυτελείας ακόμη και το τεστ Παπ

Εν τω μεταξύ, ως ασφαλισμένοι β’ κατηγορίας αντιμετωπίζονται και τα υπογόνιμα ζευγάρια που στρέφονται στην εξωσωματική γονιμοποίηση για τη δημιουργία οικογένειας. Στην Ελλάδα των μνημονίων εκτιμάται ότι ο αριθμός των κύκλων εξωσωματικής γονιμοποίησης έχει μειωθεί έως και 50% συγκριτικά με την περίοδο προ κρίσης. Σημαντικός παράγοντας είναι, μεταξύ άλλων, το δυσβάσταχτο οικονομικό βάρος, το οποίο χρόνο με τον χρόνο δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να σηκώσουν τα νέα ζευγάρια. Και αυτό διότι ο ΕΟΠΥΥ καλύπτει μόνο τη φαρμακευτική αγωγή (περί τα 1.000 ευρώ) για τη διέγερση των ωοθηκών, ενώ το επίδομα χορηγείται για τρεις κύκλους, ανεξαρτήτως αποτελέσματος. «Μοιραία, το ιδιωτικό κόστος των ζευγαριών για κάθε κύκλο υπολογίζεται στα 3.000 ευρώ» σημειώνει ο μαιευτήρας-γυναικολόγος και ειδικός στην εξωσωματική γονιμοποίηση, δρ Μηνάς Μαστρομηνάς.

Ο ίδιος δε διαπιστώνει ότι η κρίση έχει αυξήσει την ανεργία (και) στον γυναικείο πληθυσμό, με αποτέλεσμα να αυξάνεται ο αριθμός των ανασφάλιστων γυναικών. «Σε αυτές τις περιπτώσεις, τα ζευγάρια επιβαρύνονται και με το κόστος της αγωγής, με αποτέλεσμα να καταβάλλουν συνολικά 4.000 ευρώ για κάθε κύκλο» σημειώνει. Την ίδια ώρα, υπολογίζεται ότι μόλις το 10% των κύκλων εξωσωματικής γονιμοποίησης πραγματοποιείται στα δημόσια νοσοκομεία, εξαιτίας των κενών σε υλικοτεχνικές υποδομές αλλά και των ελλείψεων σε προσωπικό.

Ακόμη όμως και ο βασικός προληπτικός έλεγχος των Ελληνίδων, όπως είναι για παράδειγμα το τεστ Παπ, φαίνεται στην πράξη να παραμελείται από την πλειονότητα των γυναικών. Εκτιμάται ότι μόλις το 35% υποβάλλεται ανά τακτά χρονικά διαστήματα σε αυτή την απλή και ταυτόχρονα σωτήρια εξέταση. «Αντίστοιχα, ακάλυπτες είναι οι περισσότερες Ελληνίδες και έναντι του ιού HPV, που ευθύνεται για τον καρκίνο του τραχήλου, δεδομένου ότι η ασφαλιστική κάλυψη του εμβολιασμού περιορίζεται σε νεαρά κορίτσια έως 19 ετών» διευκρινίζει ο κ. Φαρμακίδης.

Με τα δεδομένα αυτά, η πρόσφατη λειτουργία των νέων εξωτερικών γυναικολογικών ιατρείων, δωρεά του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος, στο πλαίσιο έργων ανακαίνισης-αναβάθμισης του νοσοκομείου «Αλεξάνδρα», αποτελεί μια σημαντική εξέλιξη. Τα ιατρεία που επανασχεδιάστηκαν και ανακατασκευάστηκαν περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων δύο αίθουσες εξεταστηρίων και σύγχρονο ιατροτεχνολογικό και ξενοδοχειακό εξοπλισμό, με τους ειδικούς να επισημαίνουν ότι είναι αναγκαία η αναβάθμιση και επέκταση του συνόλου των δημόσιων δομών.

ΒΗΜΑ

 

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ