Το μέλλον των αστικών δικών του Ελληνικού Δημοσίου κατά των ιδιοκτητών ακινήτων, που υφαρπάχθηκαν με την χρήση ανυπόστατων αποφάσεων εκποίησής τους και συγκεκριμένα η καλοπιστία εκείνων που τα αγόρασαν από τους πρώτους ιδιοκτήτες τους θα κριθεί εν πολλοίς σήμερα από το Εφετείο Δωδεκανήσου.
To Eλληνικό Δημόσιο εκπροσωπούμενο στη Ρόδο από την εκπρόσωπο του νομικού συμβουλίου του κράτους κ. Μ. Ελευθερίου έχει υποβάλει έφεση κατά της πρώτης απόφασης που εξέδωσε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου, τον Ιανουάριο του 2015 με την οποία έγινε μερικώς δεκτή αγωγή του για την αποκατάσταση της ιδιοκτησίας του σε δημόσιο ακίνητο, που υφαρπάχθηκε με την χρήση ανυπόστατης απόφασης εκποίησης, που φέρει πλαστή υπογραφή νομάρχη Δωδεκανήσου.
Το Ελληνικό Δημόσιο με την αναγνωριστική αγωγή της κυριότητας του επί ακινήτου στη μερίδα ΚΜ 959 γαιών Κοσκινού εστράφη συγκεκριμένα κατά του προϊσταμένου του Κτηματολογίου Ρόδου και 7 ιδιωτών.
Με την απόφασή του το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε αβάσιμη την αγωγή ως προς τον 7ο εναγόμενο, ακύρωσε την υπ’ αρίθμ. 4839/21.06.1996 διάταξη του κτηματολογικού δικαστή με την οποία περιήλθε το ακίνητο στην ιδιοκτησία των υπόλοιπων και τους διατάσσει να καταβάλουν ως αποζημίωση στο Ελληνικό Δημόσιο το ποσό των 663.440,20 ευρώ!
Ο 7ος εναγόμενος είναι το άτομο εκείνο που αγόρασε το ακίνητο από τους υπόλοιπους και το δικαστήριο, αποδεχόμενο τις προτάσεις του δικηγόρου κ. Στ. Στεφανίδη, έκρινε ότι ενήργησε καλόπιστα.
Το γεγονός αυτό σήμανε συναγερμό στο νομικό συμβούλιο του κράτους καθώς, αν τελεσιδικήσει η συγκεκριμένη απόφαση ως έχει, δημιουργείται αναμφίβολα νομολογία, που θα συμπαρασύρει δεκάδες όμοιες υποθέσεις που εκκρεμούν σε πρώτο βαθμό.
Κατά την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ο έβδομος εναγόμενος, προέβη πριν την αγορά του επίδικου ακινήτου στον έλεγχο που συνηθίζεται κατά τη συναλλακτική πρακτική σε περιπτώσεις μεταβίβασης ακινήτου.
Ειδικότερα, όπως τονίζεται στην απόφαση, με δεδομένο ότι οι εγγραφές στα Κτηματολογικά βιβλία προσδίδουν τη βεβαιότητα τόσο για τον τύπο όσο και για τη νομιμότητα των εγγραπτέων πράξεων, και συνακόλουθα τη βεβαιότητα ότι οι αναγραφόμενοι ως δικαιούχοι είναι και πράγματι δικαιούχοι του εγγραπτέου δικαιώματος, ο έβδομος εναγόμενος είχε τη βεβαιότητα ότι οι προαναφερόμενοι εναγόμενοι (δεύτερη έως και έκτος) είχαν δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου.
Όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο πιστοποιητικό ιδιοκτησίας την ίδια ημέρα, ήτοι στις 21.06.1996 μεταγράφηκαν τόσο η φερόμενη ως απόφαση του Νομάρχη Δωδεκανήσου όσο και το υπ’ αριθ. 5591/06.05.1996 συμβόλαιο, με το οποίο μεταβιβάσθηκε το επίδικο στον έβδομο των εναγομένων.
Από το γεγονός ότι οι δύο ως άνω πράξεις μεταγράφησαν την ίδια ημέρα (με προγενέστερη, υποχρεωτικά για τη νόμιμη αλληλουχία, μεταγραφείσα την απόφαση του Νομάρχη Δωδεκανήσου) δεν συνάγεται, δίχως άλλο, ότι ο έβδομος των εναγομένων γνώριζε ότι η εν λόγω πράξη, με την οποία φερόταν να παραχωρείται η κυριότητα του επίδικου ακινήτου στους δεύτερη έως και έκτο των εναγομένων, στην πραγματικότητα δεν είχε εκδοθεί από το Νομάρχη Δωδεκανήσου.
Τούτο διότι το βάρος της νομιμότητας της ως άνω πράξης το έφεραν οι προαναφερόμενοι εναγόμενοι – πωλητές του επίδικου ακινήτου και η συγκεκριμένη πρακτική, ήτοι η την ίδια ημέρα μεταγραφή τόσο του συμβολαίου μεταβίβασης ενός ακινήτου, προς τον- αγοραστή με την (προγενέστερη) μεταγραφή της πράξης νομιμοποίησης του πωλητή, είναι γεγονός που παρατηρείται στις συναλλαγές, όπως για παράδειγμα στις περιπτώσεις όπου ο πωλητής έχει αποκτήσει την κυριότητα ακινήτου λόγω κληρονομικής διαδοχής, οπότε μεταγράφονται την ίδια ημέρα αφ’ ενός η πράξη αποδοχής κληρονομιάς με την οποία αποκτά ο πωλητής την κυριότητα του ακινήτου αφ’ ετέρου το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο με το οποίο μεταβιβάζεται η κυριότητα του ακινήτου στον αγοραστή.
Άλλο στοιχείο, από το οποίο να αποδεικνύεται ότι ο έβδομος εναγόμενος είχε γνώση ως προς την ανυπαρξία της απόφασης του Νομάρχη Δωδεκανήσου, δεν προσκομίστηκε ενώπιον του δικαστηρίου.
Σημειώνεται, ότι οι πράξεις που κατατίθενται προς καταχώριση στα Βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου, διέπονται, από ειδικό καθεστώς ελέγχου από τον Προϊστάμενα του Κτηματολογίου (Κτηματολογικό Δικαστή) και υπόκεινται σε έλεγχο τόσο νομιμότητας όσο και ουσίας, με συνέπεια από τις εγγραπτέες πράξεις να προκύπτει βεβαιότητα τόσο για την νομιμότητα του τίτλου όσο και για το δικαίωμα που αυτός ενσωματώνει.
Στην προκειμένη περίπτωση, η επίμαχη απόφαση του Νομάρχη Δωδεκανήσου υποβλήθηκε, μετά τον προαναφερόμενο έλεγχο, σε μεταγραφή, χωρίς να αποδειχτεί, όπως προαναφέρθηκε, ότι ο έβδομος των εναγομένων είχε γνώση για το ότι αυτή στην πραγματικότητα δεν είχε ποτέ εκδοθεί, και ενεργώντας με καλή πίστη με βάση την υπ’ αριθ. 4839/21.06.1996 Διάταξη του Κτηματολογικού Δικαστή με την οποία η ως άνω πράξη καταχωρήθηκε στα βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου προέβη στην αγορά του επίδικου ακινήτου.
Θυμίζουμε ότι το συγκεκριμένο ακίνητο εμβαδού 9.375 τ.μ. σύμφωνα με την με αριθμ. 4839/21-6-1996 κτηματολογική εγγραφή δυνάμει της με αριθμ. ΔΚ 1467/1985/5-9-93 πλαστής απόφασης νομάρχη Δωδεκανήσου και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 16 του Ν. 719/77 αποδόθηκε στους 6 πρώτους εναγόμενους.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ