Συνέντευξη
στον Δημ. Γκαρτζώνη

Η Κωνσταντίνα Δαούτη είναι μία νέα, δυναμικά ανερχόμενη ηθοποιός. Μικρή συνήθιζε να δίνει παραστάσεις στο σαλόνι του σπιτιού της στη Ρόδο σε φίλους και συγγενείς. Σήμερα, πατά γερά στο θεατρικό σανίδι, κατακτώντας κοινό και κριτικούς.
Αυτή την περίοδο, η Κωνσταντίνα υποδύεται εξαιρετικά την Άννα Φρανκ στην παράσταση «Άννα Φρανκ – Το ημερολόγιο», στο θέατρο «Χυτήριο». «Αυτό που προσπαθώ να κάνω, είναι να δανείσω το σώμα μου και τη φωνή μου στην Άννα, ώστε να ακουστούν σήμερα αυτά, τα τόσο σημαντικά, που βίωσε και έγραψε τότε. Είναι μια μαγική στιγμή, σαν να μπορείς να επαναφέρεις κάποιον στην ζωή, σαν να μπορείς, έστω για αυτές τις δύο ώρες, να του δώσεις βήμα να πει την ιστορία του», δηλώνει σε συνέντευξή της προς τη «δημοκρατική».
• Παίζετε στην παράσταση «Άννα Φρανκ-Το ημερολόγιο», ενσαρκώνοντας τον ομώνυμο πρωταγωνιστικό ρόλο. Πώς είναι να υποδύεστε ένα πρόσωπο, η ιστορία του οποίου έχει συγκινήσει εκατομμύρια κόσμου ανά τη γη όλα αυτά τα χρόνια;
Είναι πολύ συγκινητικό και ταυτόχρονα δύσκολο. Νιώθω ένα μικρό «βάρος» στους ώμους μου, αν μπορώ να το πω έτσι. Η Άννα Φρανκ ήταν υπαρκτό πρόσωπο, ο κόσμος έχει διαβάσει το ημερολόγιο, υπάρχουν ντοκουμέντα που την απεικονίζουν, έχουμε δείγμα γραφής και σκέψης της, επομένως υπάρχει μια κάπως «διαμορφωμένη» εικόνα στο μυαλό του θεατή όταν έρχεται να δει την παράσταση. Προσωπικά, προτιμώ να μην μένω σε αυτό. Αυτό που προσπαθώ να κάνω, είναι να δανείσω το σώμα μου και τη φωνή μου στην Άννα, ώστε να ακουστούν σήμερα αυτά, τα τόσο σημαντικά, που βίωσε και έγραψε τότε. Είναι μια μαγική στιγμή, σαν να μπορείς να επαναφέρεις κάποιον στην ζωή, σαν να μπορείς, έστω για αυτές τις δύο ώρες, να του δώσεις βήμα να πει την ιστορία του.
• Πόσο επίκαιρα είναι σήμερα τα μηνύματα του έργου;
Πολύ. Πέραν του διαχρονικού θέματος της εφηβείας που το διατρέχει, μιας και βλέπουμε την ιστορία μέσα από τα μάτια της έφηβης Άννας Φρανκ, υπάρχει μια ανατριχιαστική επικαιρότητα στο θέμα του. Το έργο είναι βαθιά αντιρατσιστικό και πολύ τρυφερό, κόντρα στο πλαίσιο της εποχής που εκτυλίσσεται. Αυτή τη στιγμή, κοινωνικοπολιτικά βρισκόμαστε σε μια περίεργη πραγματικότητα. Βλέπουμε έξαρση του φασιστικού ρεύματος παρόλο που –θεωρητικά-γνωρίζουμε την σκοτεινή ιστορία που έχει επιφέρει, της οποίας οι μνήμες είναι ακόμα νωπές. Αυτό το γεγονός με τρομάζει και με αγχώνει πολύ. Και νομίζω πως είναι και ο λόγος που έργα σαν κι αυτό πρέπει να ανεβαίνουν συνέχεια. Με λύπη μου διαπιστώνω πως μάλλον χρειαζόμαστε την υπενθύμιση.
• Έχουν γραφτεί πάρα πολύ καλές κριτικές για την ερμηνεία σας. Τα Μέσα σάς χαρακτηρίζουν ως μία ανερχόμενη και πολλά υποσχόμενη ηθοποιό. Τι μετρά περισσότερο για εσάς, οι κριτικές ή το χειροκρότημα;
Και τα δυο είναι σημαντικά, και με κάποιο τρόπο το ένα φέρνει το άλλο. Δηλαδή, δεν νομίζω πως υπάρχει κάποιος που θα καταχειροκροτήσει μια παράσταση και μετά θα γράψει μια κακή κριτική ή το αντίθετο. Τώρα, οι κριτικές παίζουν ρόλο υποθέτω επαγγελματικά, για να σε γνωρίσει το κοινό, κάποιες φορές για να υπάρξει ένα feedback, για να λειτουργήσουν ως υλική μνήμη… Το χειροκρότημα όμως μετά από μια καλή παράσταση με συγκινεί βαθιά. Και ως ηθοποιό αλλά και ως θεατή. Μεταφέρει μια μοναδική ενέργεια.
• Πώς επιλέξατε να γίνετε ηθοποιός; Πώς αποφασίσατε να κάνετε στροφή στην υποκριτική μετά τις σπουδές σας στο Πάντειο;
Δεν υπήρξε στροφή. Από μικρή έδινα «παραστάσεις» σε γονείς και φίλους στο σαλόνι του σπιτιού μας, έτρεχα να βάλω τη μουσική, να αλλάξω κουστούμια, τους έκοβα και χαρτάκια που λειτουργούσαν ως εισιτήρια. Μια φορά την βδομάδα είχε σίγουρα παράσταση! Ήξερα πως αυτό θέλω να κάνω. Το Πάντειο προέκυψε στα 17, όταν έπρεπε να συμπληρώσω το μηχανογραφικό, και οι γονείς μου επέμεναν «σπούδασε και κάτι άλλο, να έχεις ένα χαρτί, και μετά κάνε ό,τι θέλεις». Ήθελα όμως, ακόμα και αυτό το χαρτί να ‘ναι κάτι που θα με αφορά. Έψαξα στον οδηγό σπουδών, επέλεξα το τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού, και ασχολήθηκα με την πολιτιστική διαχείριση. Μου άρεσαν οι σπουδές μου. Σχετίζονται άμεσα με το θέατρο. Αν και στο Πάντειο με ενδιέφερε πιο πολύ η καλλιτεχνική επιμέλεια. Με την υποκριτική ήθελα να ασχοληθώ πρακτικά, όχι σε θεωρητικό επίπεδο. Έτσι, ένα χρόνο πριν ολοκληρώσω τις σπουδές μου, έδωσα εξετάσεις και πέρασα στη δραματική. Το πρώτο εξάμηνο τα έκανα παράλληλα, έτρεχα από τη μια σχολή στην άλλη. Ε, μετά πήρα το πτυχίο μου, τέλειωσα και με τη δραματική και κάπως τα πράγματα πήραν το δρόμο τους.
• Πιστεύετε ότι η κρίση ευνοεί την καλλιτεχνική έκφραση; Για να το θέσω διαφορετικά, η καλλιτεχνική έκφραση βρίσκει γόνιμο έδαφος σε πολυτάραχους καιρούς, όπως αυτούς που διανύουμε;
Η κρίση δεν ξέρω αν ευνοεί ακριβώς την καλλιτεχνική έκφραση. Δημιουργεί ένα περιβάλλον αρκετά ασφυκτικό, στο οποίο η τέχνη λειτουργεί συχνά ως απόδραση. Εν μέσω κρίσης χρειάζεται να κάνει κάποιος δυο και τρεις δουλειές για να επιβιώσει, που συχνά μπορεί να μην ταιριάζουν στα αισθητικά του κριτήρια. Αυτό είναι μια θλιβερή πραγματικότητα. Από την άλλη, όταν δεν υπάρχει πιθανότητα για επαγγελματική ανέλιξη, τουλάχιστον οικονομικά, αυτό μπορεί να λειτουργήσει ως αφορμή για να κάνει κάποιος αυτό που πραγματικά θέλει. Πολλά παιδιά επέλεξαν άλλα επαγγέλματα, ενώ ήθελαν να ασχοληθούν με την τέχνη «για να έχουν ένα εξασφαλισμένο μέλλον». Τώρα που το «εξασφαλισμένο μέλλον» ακούγεται σαν μακρινό όνειρο, βλέπεις περισσότερο κόσμο να ασχολείται με αυτό που γουστάρει. Και αυτό είναι ωραίο.
• Πώς φαντάζεστε την καλλιτεχνική σας εξέλιξη; Ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια;
Θέλω να συνεχίσω να μαθαίνω. Προσπαθώ να παρακολουθώ σεμινάρια που σχετίζονται με τη δουλειά μου, επιδιώκοντας να εξελίσσω τα εκφραστικά μου μέσα, βλέπω παραστάσεις, ταινίες, διαβάζω κείμενα. Η δουλειά του ηθοποιού δεν σταματάει πάνω στη σκηνή. Υπάρχουν πολλοί ρόλοι και έργα που θα ήθελα να μελετήσω εκ των έσω, και είμαι τυχερή που μου δίνεται η ευκαιρία να πληρώνομαι για να κάνω αυτό που αγαπώ.
• Αλήθεια, ονειρεύεστε τη στιγμή που θα παίξετε στη Ρόδο;
Σαφώς. Παντού θα ήθελα να παίξω, αλλά στην Ρόδο έχω δικούς μου ανθρώπους και εύχομαι κάποια στιγμή να μου δοθεί η ευκαιρία να παίξω στο νησί. Ελπίζω να γίνει σύντομα!

*Φώτο: phOtOlifez

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ