Βρυξέλλες, 10
του Θάνου Τσίρου |

Ξεκίνησε νωρίς το βράδυ, στον χώρο του Συμβουλίου της ΕΕ και συνεχιζόταν ως αργά, η συνάντηση υψηλού επιπέδου μεταξύ των εκπροσώπων των δανειστών και της ελληνικής κυβέρνησης.
Στη συνάντηση συμμετέχουν: Ο πρόεδρος του Eurogroup, Γερούν Ντάισελμπλουμ, ο πρόεδρος του EuroWorking Group, Τόμας Βίζερ, ο διευθυντής της ΓΓ Οικονομικών και Νομισματικών υποθέσεων της Επιτροπής, Μάρκο Μπούτι, ο επικεφαλής του κουαρτέτου, Ντέκλαν Κοστέλο, ο επικεφαλής του ESM, Κλάους Ρέγκλινγκ, το μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, Μπενουά Κερέ, καθώς και ο επικεφαλής του Ευρωπαϊκού τμήματος του ΔΝΤ, Πολ Τόμσεν με την εκπρόσωπο του ΔΝΤ στο κουαρτέτο, Ντέλια Βελκουλέσκου.
Την Ελλάδα εκπροσωπούν ο υπουργός Οικονομικών, Ευκλείδης Τσακαλώτος και ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών, Γιώργος Χουλιαράκης.
Η ελληνική πλευρά θα γίνει αποδέκτης σύμφωνα με πληροφορίες της κοινής πρότασης των θεσμών για την νομοθέτηση προληπτικών μέτρων το ύψος των οποίων εκτιμάται σε τουλάχιστον 3-3,5 δις.ευρώ σύμφωνα με όσα αναφέρει το πρακτορείο Reuters, επικαλούμενο Eυρωπαίο αξιωματούχο.
Η ψήφιση της μείωσης του αφορολογήτου (ή και) της μείωσης της προσωπικής διαφοράς αναμένεται να τεθεί ως «προαπαιτούμενο» για την επιστροφή των επικεφαλής των θεσμών στην Αθήνα για την ολοκλήρωση της β’ αξιολόγησης.
Εκτός από την θέσπιση των προληπτικών μέτρων, στο τραπέζι υπάρχει και το θέμα της εξειδίκευσης των μεσοπρόθεσμων παρεμβάσεων για το χρέος καθώς παρά τις επίσημες αρνήσεις από την πλευρά των Ευρωπαίων –χθες ήρθαν οι κατηγορηματικές δηλώσεις του Κλάους Ρέγκλινγκ επί του θέματος- το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εξακολουθεί να πιέζει προς την κατεύθυνση να γίνουν συγκεκριμένα τα μέτρα που θα υιοθετηθούν έστω και μετά το 2018 και την ολοκλήρωση του 3ου μνημονίου.
Ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό των 40-50 δισ. της επόμενης δεκαετίας    
Στην πραγματικότητα, αυτό που βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη είναι ένας «πόλεμος» για το ποιος θα πληρώσει έναν λογαριασμό της τάξεως των 40-50 δις. ευρώ μέσα στην επόμενη 10ετία.
Οι Ευρωπαίοι θέλουν ο λογαριασμός να πληρωθεί από τους Έλληνες φορολογούμενους μέσα από την παραγωγή υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο τονίζει επισήμως ότι οι φορολογούμενοι δεν μπορούν να σηκώσουν αυτό το βάρος και ζητάει μικρότερα πρωτογενή πλεονάσματα και μέτρα διευθέτησης του χρέους ώστε το οικονομικό βάρος να μοιραστεί μεταξύ των χωρών μελών της Ευρωζώνης. Υποστηρίζει βέβαια από την άλλη, ότι για να διασφαλιστούν τα πρωτογενή πλεονάσματα που θέλουν να επιβάλλουν στην Ελλάδα οι Ευρωπαίοι, απαιτούνται περισσότερα μέτρα.
Και έτσι φτάνουμε στην κορύφωση του… δράματος με την ελληνική πλευρά να προσπαθεί να περιορίσει το συνολικό κόστος για τους φορολογούμενους γνωρίζοντας βέβαια ότι διαπραγματεύεται από την πλευρά του «αδύναμου» (δεδομένου ότι η ελληνική οικονομία είναι αυτή που χρειάζεται το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ αλλά και τα δάνεια του ESM για να βελτιώσει τις συνθήκες ρευστότητας στην ελληνική οικονομία αλλά και για να εξυπηρετήσει το δημόσιο χρέος).

Κρίνεται το μέλλον
Στις διαβουλεύσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη λαμβάνοντας χαρακτήρα «τελευταίας ευκαιρίας για την επίτευξη καταρχήν συμφωνίας μέχρι το Eurogroup του Φεβρουαρίου» ουσιαστικά κρίνεται το μέλλον των Ελλήνων φορολογουμένων όχι μόνο για την περίοδο μέχρι το 2018 αλλά και για τουλάχιστον 5 χρόνια ακόμη. Είτε η μείωση του αφορολογήτου λάβει «προληπτικό χαρακτήρα» είτε όχι, το γεγονός είναι ότι η Ελλάδα θα παραμείνει –όπως φαίνεται- εγκλωβισμένη στα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα.
Αυτό σημαίνει ότι ασφυκτικές συνθήκες ανάλογες με αυτές που θα ισχύουν και το 2018 (σ.σ για την επόμενη χρονιά θεωρείται δεδομένο ότι θα επιβληθούν νέα μέτρα συνολικού ύψους τουλάχιστον 700 εκατ. ευρώ) θα ισχύουν και για το 2019 και για το 2020 αλλά και για όσα χρόνια αποφασιστεί το πρωτογενές πλεόνασμα να διατηρηθεί στο επίπεδο του 3-3,5%.
Υψηλότερο πρωτογενές πλεόνασμα σημαίνει περισσότερους φόρους ή μικρότερες συντάξεις για τους Έλληνες και λιγότερη ανάγκη για ρύθμιση του ελληνικού χρέους ή λιγότερα νέα δάνεια για τους Ευρωπαίους. Μέσα στα επόμενα 24ωρα θα φανεί πώς θα μοιραστεί ο τελικός λογαριασμός.

Πιτέλα: Ο Σόιμπλε παίζει ξανά με την Ελλάδα
Συνέντευξη με τον επικεφαλής της ομάδας των Σοσιαλιστών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Τζιάνι Πιτέλα δημοσιεύει η εφημερίδα Tagesspiegel. O Ιταλός πολιτικός σχολιάζει, μεταξύ άλλων, την επίμονη στάση του Γερμανού υπ. Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε απέναντι στην Ελλάδα. Με αφορμή την πρόσφατη συνέντευξη Σόιμπλε στο γερμανικό δίκτυο ARD, ο δημοσιογράφος ρωτά τον Τζ. Πιτέλα πώς κρίνει την «απαίτηση του Β. Σόιμπλε από την Ελλάδα να γίνει ανταγωνιστική διότι σε διαφορετική περίπτωση δεν θα μπορεί να παραμείνει εντός της νομισματικής ένωσης».
Ο Τζιάνι Πιτέλα απαντά: «Ο Σόιμπλε παίζει με τη φωτιά πάντα όταν πρόκειται για την Ελλάδα. Η Αθήνα έχει καταβάλει σημαντικές προσπάθειες. Τώρα πρέπει οι Ευρωπαίοι εταίροι της Ελλάδας να εκπληρώσουν τις δικές τους υποχρεώσεις, να ολοκληρώσουν την τρέχουσα αξιολόγηση των μεταρρυθμίσεων και να προβούν σε μια αισθητή απομείωση του χρέους.
Όπως πάντα ο Σόιμπλε προσπαθεί να αποσταθεροποιήσει την Ελλάδα, προκειμένου να πολώσει την εγχώρια πολιτική σκηνή. Αυτό είναι ανεύθυνο και επικίνδυνο – με φόντο μάλιστα τις βερμπαλιστικές επιθέσεις του Τραμπ κατά της Ευρώπης».

Π. Κρούγκμαν: Τρελό
να ζητάς από την Ελλάδα πλεόνασμα 3,5%
Σε μια άλλη συνέντευξη στο αυριανό φύλλο της Handelsblatt o νομπελίστας Αμερικανός οικονομολόγος Πωλ Κρούγκμαν αναφέρει σχετικά με τη συνεχιζόμενη ελληνική κρίση και τους ευρύτερους κινδύνους που υφέρπουν ακόμη στην ευρωζώνη: «Μέχρι σήμερα η οικονομία δεν έχει καταφέρει να ορθοποδήσει από την ύφεση. Η ευρωκρίση θα μπορούσε ξανά, γρήγορα να αναζωπυρωθεί. Πρέπει να αντιληφθεί κανείς ότι η θηλιά που αυτή τη στιγμή πνίγει την Ελλάδα, πρέπει να χαλαρώσει.
Το να απαιτεί κανείς από τους Έλληνες πρωτογενές πλεόνασμα της τάξης του 3,5% του ΑΕΠ είναι τρελό. Συνολικά η κατάσταση θα μπορούσε να βελτιωθεί μόνο εάν η Γερμανία εξήγγειλε ένα επενδυτικό σχέδιο και απομακρυνόταν η χώρα από την πολιτική λιτότητας».
Σχετικά με την ΕΚΤ και τις πρωτοβουλίες που έλαβε για την αντιμετώπιση της ευρωκρίσης εκτιμά ότι «πριν από τέσσερα χρόνια ο επικεφαλής της, Μάριο Ντράγκι, έσωσε την Ευρώπη από τον γκρεμό» αλλά δεν πιστεύει ότι πλέον μπορεί να κάνει περισσότερα.
«Το τελευταίο, πράγματι, που θα χρειαζόταν η Ευρώπη τώρα είναι η απόσυρση του προγράμματος αγοράς ομολόγων». Αναφορικά με το μέλλον της ευρωζώνης ο Π. Κρούγκμαν αναφέρει ότι οι πολιτικές ελίτ, που παρά τις διαφωνίες τους επέδειξαν τελικά την πολιτική βούληση να κρατήσουν την νομισματική ένωση εν ζωή, ενδέχεται να μην βρίσκονται στην εξουσία τα επόμενα χρόνια. «Ξαναρωτήστε με μετά τις γαλλικές εκλογές», λέει κλείνοντας ο διάσημος οικονομολόγος με μια δόση απαισιοδοξίας.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ