Οι αυξήσεις στα τουριστικά έσοδα εξανεμίζονται από τις φορολογικές επιβαρύνσεις και δεν επιτρέπουν την ανταγωνιστική τιμολόγηση του ελληνικού τουριστικού προϊόντος. Παράλληλα, τα πεντάστερα ξενοδοχεία αυξάνονται και τα χαμηλότερης αξιολόγησης σταδιακά εξαφανίζονται, αλλά η εποχικότητα παραμένει εμπόδιο στη βελτίωση των αποτελεσμάτων του κλάδου και τη διάχυσή τους στην ευρύτερη κοινωνία. Επιπλέον, οι τουριστικές ροές είναι εντοπισμένες σε δύο κυρίως περιφέρειες, το Νότιο Αιγαίο και την Κρήτη, που απορροφούν σχεδόν τα μισά έσοδα της δραστηριότητας, την ώρα που πολλές σημαντικές περιοχές της χώρας παραμένουν στο περιθώριο.

Αυτά προκύπτουν από τη νέα ετήσια μελέτη για τις εξελίξεις στα βασικά μεγέθη της ελληνικής ξενοδοχίας του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Αθηνών (ΞΕΕ) και του Ινστιτούτου Τουριστικών Ερευνών & Προβλέψεων (ΙΤΕΠ), που παρουσιάστηκε την Παρασκευή στο πλαίσιο της 7ης γενικής συνέλευσης των μελών του ΞΕΕ.

Οπως υπογραμμίζεται, «η αύξηση στο μέσο ετήσιο ακαθάριστο έσοδο ανά δωμάτιο ξενοδοχείου της τάξης του 11,3%, στις 19.263 ευρώ το 2017 σε σχέση με το 2016, και του 7,6% σε σχέση με το 2015, δεν συνοδεύεται και από αύξηση στο αντίστοιχο καθαρό έσοδο, καθώς το ξενοδοχειακό προϊόν επιβαρύνεται υπέρμετρα από άμεση και έμμεση φορολογία». Για να μπορέσουν συνεπώς τα ξενοδοχεία να παραμένουν ανταγωνιστικά, υποχρεώνονται να συγκρατούν υπέρμετρα τις τιμές τους, γεγονός που λειτουργεί ανασταλτικά για την ανάπτυξη του κλάδου.

Σε κάθε περίπτωση, τα βασικά τουριστικά μεγέθη (αφίξεις, εισπράξεις, διανυκτερεύσεις) αυξήθηκαν με ρυθμούς που κυμαίνονταν γύρω στο 10%. Ομως η εποχικότητα εξακολουθεί να παραμένει υψηλή, καθώς κατά το 4μηνο Ιουνίου-Σεπτεμβρίου καταγράφεται το 70% των αφίξεων και σχεδόν το 80% των διανυκτερεύσεων. Το 85% των διανυκτερεύσεων αφορά αλλοδαπούς επισκέπτες, γεγονός που καταδεικνύει την πίεση που υφίστανται τα ξενοδοχεία που βασίζονται στον εσωτερικό τουρισμό. Το ένα στα δύο ξενοδοχεία (54%) της χώρας είναι εποχικής λειτουργίας και το 46% συνεχούς. Τα περισσότερα που λειτουργούν καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους είναι τριών αστέρων, με τα πεντάστερα συνεχούς λειτουργίας να εντοπίζονται κυρίως στην Αθήνα.

Η εποχικότητα του ελληνικού τουριστικού προϊόντος γίνεται ευκολότερα ορατή εάν, για παράδειγμα, παρατηρήσει κάποιος πως τον Μάιο του 2017 το 58,5% των ξενοδοχείων είχε πληρότητες κάτω από 60%. Αντιθέτως, τον Αύγουστο του 2017, που είναι ο μήνας αιχμής της τουριστικής περιόδου, τα μισά περίπου ξενοδοχεία πέτυχαν πληρότητες μέχρι 90%.

Υπερφορολόγηση, βραχυχρόνιες μισθώσεις, ελλείψεις σε υποδομές, επενδύσεις και κόκκινα δάνεια είναι οι πέντε άξονες στους οποίους εστίασε την ομιλία του στη γενική συνέλευση του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδας ο πρόεδρός του Αλέξανδρος Βασιλικός. «Η υπερφορολόγηση μας στερεί το οξυγόνο για να αναπνεύσουμε, να προετοιμάσουμε μεθοδικά και συγκροτημένα τις επιχειρήσεις μας ώστε να ανταποκριθούν με επιτυχία στις προκλήσεις του ανταγωνισμού», ανέφερε χαρακτηριστικά εξηγώντας πως «ανταγωνιστής δεν είναι ο απέναντι Ελληνας ξενοδόχος, αλλά αυτός μιας άλλης χώρας, που δεν έχει αυτούς τους φορολογικούς συντελεστές, αυτά τα βάρη ή τον φόρο διαμονής». Αναφερόμενος στον αθέμιτο ανταγωνισμό των βραχυχρόνιων μισθώσεων ακινήτων, τόνισε πως «φτάσαμε στο σημείο ο καθένας να μπορεί να παριστάνει τον ξενοδόχο χωρίς τις προϋποθέσεις, τις εγγυήσεις, τις πιστοποιήσεις, τις υποχρεώσεις του ξενοδόχου». Υπογράμμισε πως οι υποδομές που λείπουν, όπως μαρίνες, μεταφορές, γήπεδα γκολφ, κ.λπ., έχουν καταλυτική σημασία για την προσέλκυση επισκεπτών ανώτερου εισοδηματικού επιπέδου και ζήτησε ενίσχυση του πλαισίου για επενδύσεις σε νέα ξενοδοχεία. Οσον αφορά τα κόκκινα δάνεια, σημείωσε ότι «χρειάζεται εξορθολογισμός και εξυγίανση, αλλά όχι τσουβάλιασμα δικαίων και αδίκων, με μόνο κριτήριο τις αποδόσεις των funds», προσθέτοντας πως «χρειάζεται το σωστό μείγμα λογικής και ευαισθησίας, ευθύνης και προσοχής, ώστε να μην καούν και τα χλωρά μαζί με τα ξερά». Κάλεσε δε τις τράπεζες «να διαδραματίσουν τον ρόλο τους στην οικονομία, που είναι η χρηματοδότηση της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας», και ευχήθηκε «να ξαναχτιστεί η εμπιστοσύνη που χάθηκε μέσα στη δίνη της κρίσης».

Καθημερινή

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ