Συγκροτήθηκε το βράδυ της Δευτέρας σε σώμα το νεοεκλεγέν διοικητικό συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου Ρόδου.
Ομοφώνως έγινε δεκτή η πρόταση του προέδρου κ. Βασίλη Περίδη για την εκλογή στην θέση του αντιπροέδρου του κ. Σάββα Λυριστή και στην θέση του ταμία του κ. Γιάννη Βρούχου.
Θυμίζουμε ότι στον δεύτερο γύρο της εκλογικής διαδικασίας ο κ. Βασίλης Περίδης έλαβε 177 ψήφους έναντι 174 που έλαβε ο κ. Σάββας Λυριστής.
Ο πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Ρόδου πρότεινε παραπέρα για την θέση του γενικού γραμματέα την κ. Νινέτα Κατσιμπρή, που εξελέγη πρώτη σε σταυρούς από το εκλογικό σώμα.
Ο κ. Λυριστής με την σειρά του επεσήμανε ότι θα πρέπει να αξιοποιηθεί στο νέο σχήμα η κ. Πέπη Παπαπαύλου – Βαρδέλη, η μόνη εκλεγμένη σύμβουλος από το απερχόμενο διοικητικό συμβούλιο και να μην εξαιρεθεί από την ψηφοφορία.
Ο κ. Μιχάλης Καντιδενός, τάχθηκε υπέρ της αναθέσεως στην κ. Παπαπαύλου – Βαρδέλη των καθηκόντων της γενικής γραμματέως.
Ακολούθησε ψηφοφορία και η τελευταία εξελέγη με 7 ψήφους γενική γραμματέας. Η κ. Κατσιμπρή έλαβε 3 ψήφους ενώ βρέθηκε και ένα λευκό ψηφοδέλτιο.
Το νέο διοικητικό συμβούλιο, στην πρώτη του συνεδρίαση, ασχολήθηκε και με το νομοσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης για τον θεσμό της διαμεσολάβησης, το οποίο προωθείται στην Βουλή με τη διαδικασία του κατεπείγοντος.
Τάχθηκε υπέρ των θέσεων που εξέφρασε η Ολομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων, στην συνεδρίαση, της οποίας μετείχε και ο κ. Περίδης.
Ο Δικηγορικός Σύλλογος Ρόδου θεωρεί συγκεκριμένα επιβεβλημένη την απόσυρση του νομοσχεδίου με τη σημερινή του μορφή, άλλως την ουσιαστική του τροποποίηση.
Πιο συγκεκριμένα η Ολομέλεια κατέληξε στις παρακάτω θέσεις:
Ο χρόνος διαβούλευσης των τριών εργασίμων ημερών που δόθηκε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, εν μέσω δικαστικών διακοπών, δεν εξασφαλίζει ουσιαστική διαβούλευση και παραβιάζει τον ν. 4046/2012 περί καλής νομοθέτησης.
Προκαλεί κατάπληξη η εισαγωγή του νομοσχεδίου με την διαδικασία του κατεπείγοντος, παρότι δεν προκύπτει από τα μέχρι σήμερα διαθέσιμα στην Ολομέλεια έγγραφα στοιχεία ότι, πρόκειται για προαπαιτούμενο των θεσμών στο πλαίσιο της παρούσας αξιολόγησης.
Το δικηγορικό σώμα τάσσεται σταθερά υπέρ των εναλλακτικών μορφών επίλυσης διαφορών (ΕΕΔ), όπως η διαμεσολάβηση, η δικαστική μεσολάβηση και η διαιτησία, που μπορούν να συμβάλουν στην ταχεία και αποτελεσματική επίλυση των διαφορών.
Αποτελεί θεμελιακό χαρακτηριστικό του θεσμού της διαμεσολάβησης η εκούσια υπαγωγή των μερών σε αυτόν.
Το δικηγορικό σώμα τάσσεται σταθερά κατά της υποχρεωτικής διαμεσολάβησης, όπως εισάγεται με το προκείμενο νομοσχέδιο.
Εισάγεται σε αδικαιολόγητα εκτεταμένο εύρος διαφορών και μάλιστα προβλέπει αυξημένο κόστος για τους πολίτες. Για τους λόγους αυτούς παραβιάζει το ενωσιακό δίκαιο (βλ. απόφαση του ΔΕΕ της 14ης Ιουνίου 2017) και δημιουργεί ζητήματα συνταγματικότητας, καθώς θέτει δυσανάλογο εμπόδιο για την πρόσβαση στον φυσικό δικαστή και την παροχή δικαστικής προστασίας (Συντ. 8 & 20, ΕΣΔΑ 6).
Η νομοθετική επιλογή της υποχρεωτικότητας αποκλίνει ουσιωδώς από όλα σχεδόν τα ευρωπαϊκά νομοθετικά πρότυπα, όπου η διαμεσολάβηση δεν είναι υποχρεωτική. Όπου υφίσταται υποχρεωτικότητα, αυτή αφορά αποκλειστικά στην ενημέρωση των μερών με ελάχιστο κόστος.
Είναι προφανές ότι οι θεσμοί ΕΕΔ προϋποθέτουν την ενεργό στήριξη του συνόλου της νομικής κοινότητας και της κοινωνίας.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ