Aκόμη μια αγωγή σε βάρος του διαβόητου πρώην τραπεζικού διευθυντή, που έστησε παρατράπεζα σε κεντρικό υποκατάστημα συστημικής τράπεζας και της τράπεζας υπέβαλε χθες ένας Ροδίτης, που τον έχει ήδη καταμηνύσει για απάτη σε συνδυασμό με τις επιβαρυντικές διατάξεις του Νόμου περί καταχραστών του Δημοσίου και μάλιστα ενεργών κατ’ επάγγελμα και κατ’ εξακολούθηση αλλά και για υπεξαίρεση κατ’ επάγγελμα και κατ’ εξακολούθηση.
Ο επιχειρηματίας ζητεί από τον εναγόμενο πρώην τραπεζικό διευθυντή και την τράπεζα να τον αποζημιώσουν για τη θετική ζημία που υπέστη με το ποσό των 45.000 ευρώ και με 20.000 ευρώ για την ηθική του βλάβη.
Ζητεί επίσης να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η εκδοθησόμενη απόφαση ως προς το καταψηφιστικό της αίτημα, να απαγγελθεί εις βάρος του πρώην τραπεζικού διευθυντή και του νομίμου εκπροσώπου της τράπεζας ποινή προσωποκράτησης διάρκειας ενός έτους, ως μέσο εκτέλεσης της εκδοθησόμενης απόφασης και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στη δικαστική του δαπάνη και την αμοιβή της πληρεξούσιας δικηγόρου του.
Ο φερόμενος ως θύμα γνωρίστηκε προ 4ετίας με τον μηνυόμενο, όταν τόσο ο ίδιος όσο και η οικογένειά του ξεκίνησαν συνεργασία με υποκατάστημα άλλης τράπεζας στην οποία απασχολείτο, το οποίο απορροφήθηκε από την τράπεζα, από την οποία απολύθηκε πρόσφατα, λόγω των αποκαλύψεων για την δράση του.
Όπως εκθέτει, ήταν πάντα πολύ ευγενικός και πρόθυμος να τον εξυπηρετήσει και αναπτύχθηκε μεταξύ τους μια σχέση εμπιστοσύνης, στη βάση της οποίας του παρείχε συμβουλές αναφορικά με προνομιακά προγράμματα για την καλύτερη επένδυση και απόδοση των χρημάτων του.
Στις αρχές του έτους 2015, αποφάσισε να ξεκινήσει τις διαδικασίες για την ίδρυση και λειτουργία καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος και προκειμένου να προχωρήσει στην εγκατάσταση του απαραίτητου εξοπλισμού, χρειάστηκε να δαπανηθούν κάποια χρηματικά ποσά από τις οικονομίες που είχε, ενώ παράλληλα του απέμεινε ένα χρηματικό απόθεμα το οποίο ήταν κατατεθειμένο σε τραπεζικό λογαριασμό στο κατάστημα της τράπεζας, στο οποίο εργαζόταν ο εναγόμενος.
Ειδικότερα διατηρούσε τραπεζικό λογαριασμό ταμιευτηρίου, στον οποίο έκανε καταθέσεις και αναλήψεις και ο τραπεζικός διευθυντής, φέρεται να τον συμβούλευσε να επενδύσει 35.000 €, με τρόπο που θα τους απέφερε τη μέγιστη απόδοση.
Όπως διατείνεται ο επιχειρηματίας, ο τραπεζικός διευθυντής τον  συμβούλευσε, να αποσύρει από τον λογαριασμό του το ποσό των 35.000 € και να το αυξήσει μάλιστα αν είχε τη δυνατότητα κατά 10.000 €, ήτοι συνολικά να επενδύσει το ποσό των 45.000€ σε δολάρια Αμερικής.
Φέρεται μάλιστα να του υποσχέθηκε ότι το ποσό αυτό θα ήταν διαθέσιμο την 15η Ιουνίου 2015 και με τη μετατροπή του σε ευρώ, θα αντιστοιχούσε σε 55.000 € δηλαδή θα ήταν προσαυξημένο κατά 10.000 €.
Ο επιχειρηματίας υποστηρίζει ακόμη ότι ο εναγόμενος τραπεζικός διευθυντής τον συμβούλευσε ότι εάν την 15η Ιουνίου 2015, που θα ήταν διαθέσιμο το ποσό των 55.000 € το επένδυε για επιπλέον 15 ημέρες, τότε την 30η Ιουνίου 2015 θα ελάμβανε το ποσό των 58.000 €, ήτοι θα του έδινε ως bonus το ποσό των 3.000 €.
Του υποσχέθηκε, δηλαδή, ότι από την επένδυση του ποσού των 45.000 €, θα αποκόμιζε ως ωφέλεια το ποσό των 13.000 €.
Ο επιχειρηματίας πείστηκε, όπως τονίζει και προέβη στην επένδυση.
Ισχυρίζεται συγκεκριμένα ότι παρέδωσε στον εναγόμενο σε φάκελο εντός του γραφείου του το χρηματικό ποσό των 45.000 €  κι ότι εκείνος το παρέλαβε για να διεκπεραιώσει την τραπεζική διαδικασία και ακολούθως να το επενδύσει σε δολάρια Αμερικής.
Υποστηρίζει επιπλέον ότι εναγόμενος κράτησε το ως άνω ποσό στο γραφείο του, διότι όπως ισχυρίστηκε εκείνη την ώρα είχε πέσει το σύστημα (κάτι το οποίο δεν μπορούσε ο ίδιος να γνωρίζει) και για τον λόγο αυτό δεν μπορούσε να του εκδώσει το αντίστοιχο αποδεικτικό αναφορικά με την επένδυσηή του. Φέρεται να του πρότεινε να αφήσει τα χρήματα στο γραφείο του και να αποχωρήσει από το κατάστημα.
Ο ίδιος φέρεται να ζήτησε παραστατικό κατάθεσης και για να τον καθησυχάσει ο εναγόμενος, να του παρέδωσε μια έγγραφη υπεύθυνη δήλωση με τα στοιχεία του, στην οποία είχε γράψει ο ίδιος χειρόγραφα «ΑΛΛΑΓΗ ευρώ 45.000 σε ΔΟΛΛΑΡΙΑ ΑΜΕΡΙΚΗΣ και στη συνέχεια ευρώ ποσό 55.000 (πενήντα πέντε χιλ. ευρω).  Διαθεσιμα 15/06/2015  Ανανέωση 30/06/2015 ποσό καταβολής 58.000  (πενήντα οκτώ χιλιάδες)».
Στο τέλος έθεσε ως ημερομηνία 29/02/2015 και όχι 29/05/2015 η οποία ήταν η ορθή, την υπογραφή του, τη σφραγίδα με το όνομά του καθώς και τη σφραγίδα με την επωνυμία της Τράπεζας.
Υποστηρίζει ότι αποχώρησε χωρίς να προσέξει το εσκεμμένο λάθος αναφορικά με την τεθείσα από τον εναγόμενο ημερομηνία.
Ισχυρίζεται παραπέρα ότι μετέβη στην τράπεζα την επομένη ημέρα, με σκοπό να παραλάβει από τον εναγόμενο τα αντίγραφα των εγγράφων και ότι του απάντησε ότι λόγω φόρτου εργασίας δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει την διαδικασία με τα απαιτούμενα έγγραφα και ότι αυτά θα ήταν έτοιμα σε λίγες ημέρες, ενώ τον διαβεβαίωσε παράλληλα ότι είχε ήδη επενδύσει τα χρήματά του.
Ο επιχειρηματίας, διατείνεται, ότι επισκεπτόταν συχνά τον εναγόμενο στο τραπεζικό κατάστημα όπου εργαζόταν, προκειμένου να παραλάβει το αποδεικτικό για την επένδυση του χρηματικού ποσού κι εκείνος άλλοτε του έλεγε ότι ήταν απασχολημένος λόγω φόρτου εργασίας και ότι θα έπρεπε να πάει άλλη μέρα, άλλοτε απουσίαζε με άδεια και στο τέλος σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν, φέρεται να του είπε ότι αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα υγείας (καρκίνο) και για αυτό θα απουσίαζε για μακρό χρονικό διάστημα από την εργασία του.
Την 15η Ιουνίου 2015 ημέρα κατά την οποία θα ήταν διαθέσιμο το χρηματικό ποσό των 45.000 € προσαυξημένο μάλιστα κατά 10.000 €, επισκέφθηκε και πάλι το τραπεζικό κατάστημα, προκειμένου να ελέγξει την επένδυσή του.
Ο εναγόμενος απουσίαζε, όπως τονίζει, και δεν μπόρεσε να αναλάβει τα χρήματά του και σε επικοινωνία που είχαν φέρεται να του είπε ότι αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα υγείας και ότι βρισκόταν εκτός Ρόδου, συγκεκριμένα στην Αθήνα στο Νοσοκομείο «ΥΓΕΙΑ», ότι τα χρήματά του ήταν ασφαλή και δεν υπήρχε κανένας λόγος ανησυχίας εκ μέρους του και ότι θα επέστρεφε στην εργασία του την 30η Ιουνίου 2015 οπότε και θα ήταν διαθέσιμα.
Την 29η Ιουνίου 2015 επιβλήθησαν τα «capital controls», οπότε τα τραπεζικά ιδρύματα παρέμειναν κλειστά για τρεις εβδομάδες.
Ο επιχειρηματίας μετέβη την 30η Ιουνίου 2015 στο κατάστημα της τράπεζας προκειμένου να συναντήσει τον εναγόμενο και ενημερώθηκε ότι απουσίαζε. Φέρεται να τον κάλεσε στο κινητό του τηλέφωνο  και εκείνος να τον διαβεβαίωσε ότι θα ελάμβανε 58.000 ευρώ εντός διημέρου.
Από το τέλος Ιουλίου οπότε και κατέστη ευρέως γνωστή η εγκληματική του δράση, δεν επικοινώνησε ποτέ ξανά μαζί του παρά τις επανειλημμένες προσπάθειές του να τον βρεί.
Στα τέλη του μηνός Ιουλίου του έτους 2015 μετέβη στο τραπεζικό κατάστημα προκειμένου να εξακριβώσει αν όντως είχε επενδυθεί το ανωτέρω ποσό και αν αυτό υπήρχε στον λογαριασμό του και εκεί ενημερώθηκε ότι δεν είχε κατατεθεί ποτέ στον λογαριασμό του το ποσό των 45.000 ευρώ, πολλώ δε μάλλον το ποσό των 55.000 ευρώ και ότι το ποσό αυτό δεν φαινόταν πουθενά μέσα στο τραπεζικό σύστημα.
Την υπόθεση χειρίζεται η δικηγόρος κ. Δήμητρα Δασκαλάκη.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ