Aπόφαση «σταθμό» για την καταβολή αποζημίωσης σε ξενοδοχοϋπαλλήλους που εργάζονται εποχιακά, ήτοι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν αποχωρούν αφού συμπληρώσουν τις προϋποθέσεις για την καταβολή πλήρους σύνταξης, λόγω γήρατος, εξέδωσε το Ειρηνοδικείο Ρόδου.
Πρόκειται ίσως και για την πρώτη που εκδίδεται στην Ελλάδα και έχει ήδη προκαλέσει αίσθηση σε νομικούς κύκλους του νησιού.
Συγκεκριμένα το Ειρηνοδικείο Ρόδου με τη με αριθμό 127/2018 απόφασή του (Ειρηνοδίκης κ. Αικατερίνη Μιχαηλίδη), που εκδόθηκε μετά από αγωγή του ξενοδοχοϋπαλλήλου Μ. Σ., τον οποίο εκπροσωπούσε ο δικηγόρος Ρόδου κ. Δημήτριος Σαλαμαστράκης ο οποίος στρεφόταν κατά ανώνυμης εταιρείας, που εκπροσωπούσε η δικηγόρος Ρόδου κ. Αικατερίνη Νοτοπούλου, έκρινε ότι στην περίπτωση των ξενοδοχοϋπαλλήλων, που εργάζονται εποχιακά με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, πρέπει να εφαρμοστεί το άρθρο 4 του ΠΔ 81/2003, που ενσωμάτωσε τη ρήτρα 4 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, με το οποίο θεσπίστηκε η αρχή της μη διάκρισης.
Σύμφωνα με την τελευταία αρχή, που αφορά τους όρους απασχόλησης, οι εργαζόμενοι με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου δεν επιτρέπεται, εκ μόνου του λόγου ότι η σύμβαση ή σχέση εργασίας τους είναι ορισμένου χρόνου να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους «συγκρίσιμους εργαζόμενους αορίστου χρόνου».
Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται διαφορετική αντιμετώπιση, οσάκις συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι, οι οποίοι την δικαιολογούν. Όταν δε τα δικαιώματα του εργαζόμενου εξαρτώνται από τη διάρκεια της υπηρεσίας του στον ίδιο ή σε άλλο εργοδότη δεν χωρεί διάκριση με κριτήριο το χαρακτηρισμό των συμβάσεων ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, εκτός εάν για αντικειμενικούς λόγους δικαιολογείται διαφορετική μεταχείριση.
Αντιθέτως, κρίσιμο είναι το κριτήριο της απασχόλησης. Επομένως, ακόμα και στην περίπτωση που ήθελε αληθώς υποτεθεί ότι επήλθε αυτοδίκαιη λύση της συμβάσεως δια της εκπνοής του συμφωνηθέντος χρόνου χωρίς να έχει καταβληθεί αποζημίωση στον εργαζόμενο, εφόσον πρόκειται για κατ’ εξαίρεση σύμβαση ορισμένου χρόνου, ο τελευταίος έχει απλώς ενοχική αξίωση έναντι του εργοδότη του για την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, σύμφωνα με την αρχή της μη διάκρισης σε σχέση με τους «συγκρίσιμους εργαζόμενους αορίστου χρόνου».
Έτσι έκρινε ότι και οι ξενοδοχοϋπάλληλοι, που δηλώνουν ότι δεν θα απασχοληθούν και την επόμενη περίοδο εργασίας λόγω του ό,τι έχουν συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για λήψη πλήρους σύνταξης λόγω γήρατος, δικαιούνται την αποζημίωση, που δικαιούνται και οι εργαζόμενοι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και αποχωρούν ή απολύονται για τον ίδιο λόγο, ήτοι το 40% αυτής που δικαιούταν αν απολύονταν πριν τη συμπλήρωση των παραπάνω προϋποθέσεων, η αποζημίωση δε αυτή έκρινε επίσης το Ειρηνοδικείο ότι υπολογίζεται όπως και των εργαζόμενων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Η απόφαση αυτή είναι σημαντική γιατί μέχρι τώρα η συντριπτική πλειοψηφία των εργοδοτών των ξενοδοχοϋπαλλήλων αρνείτο να χορηγήσει σ’ αυτούς την αποζημίωση λόγω αποχώρησης για την παραπάνω αιτία, με το αιτιολογικό ότι την αποζημίωση αυτή δικαιούνταν μόνο οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Ο ενάγων στην υπόθεση που εξετάστηκε, με την αγωγή του εξέθεσε συγκεκριμένα ότι αρχές Απριλίου 1991 προσλήφθηκε από την εναγόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου για να απασχοληθεί ως σερβιτόρος μέχρι τις 31-10-1991 σε ξενοδοχείο της που λειτουργεί εποχιακά, ήτοι μόνο τη θερινή τουριστική περίοδο, από αρχές Απριλίου μέχρι το πρώτο δεκαήμερο του Νοεμβρίου κάθε χρόνου, συμφώνησαν δε με την εναγόμενη ότι θα τον απασχολούσε καθημερινά επί οκτώ ώρες, όλες τις ημέρες, εργάσιμες, Κυριακές και αργίες, και με συνολικές αποδοχές αυτές που προέβλεπε η οικεία ΣΣΕ των ξενοδοχοϋπαλλήλων όλης της Χώρας και η εργατική νομοθεσία, έχοντας υπόψη ότι ήταν παντρεμένος, πράγμα το οποίο γνωστοποίησε στην εναγόμενη και ότι είχε από το Φεβρουάριο του 1989 πτυχίο της Σχολής Τουριστικών Επαγγελμάτων, Κλάδου Μετεκπαίδευσης, Τμήματος Εστιατορικής Τέχνης Ρόδου, αντίγραφο της οποίας και προσκόμισε στην εναγόμενη, γι’ αυτό άλλωστε του κατέβαλλε τα ανάλογα επιδόματα.
Εξέθεσε ακόμη ότι τις αποδοχές του αυτές συμφώνησαν με την εναγόμενη να του καταβάλλει, μαζί με την προσαύξηση για την απασχόλησή του τις Κυριακές και αργίες και τις αποζημιώσεις για την απασχόλησή του τα Σάββατα και για τη μη χορήγηση άλλης ημέρας ανάπαυσης λόγω της απασχόλησής του τις Κυριακές, την τελευταία ημέρα κάθε μήνα.
Επεσήμανε ακόμη ότι πριν από την πρόσληψή του από την εναγόμενη απασχολήθηκε ως σερβιτόρος σε άλλο ξενοδοχείο, το οποίο και αυτό λειτουργεί εποχιακά, ήτοι μόνο κατά την παραπάνω θερινή τουριστική περίοδο, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, από 1-4-1985 έως 31-10-1985, ενώ με την ίδια ειδικότητα και την ίδια χρονική διάρκεια κάθε χρόνο απασχολούταν στο ίδιο ξενοδοχείο και τα έτη 1986, 1987, 1988, 1989 και 1990, την προϋπηρεσία του δε αυτή γνωστοποίησε στην εναγόμενη κατά την πρόσληψή του, γι’ αυτό και του κατέβαλλε το ανάλογο επίδομα προϋπηρεσίας. Ότι η εναγόμενη τον επαναπροσλάμβανε και τις επόμενες περιόδους εργασίας με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, συνεχώς από το 1992 μέχρι και το 2016, για να τον απασχολεί με την ίδια ειδικότητα στο παραπάνω ξενοδοχείο της και με τους ίδιους όρους εργασίας και αμοιβής, ανάλογα με την εκάστοτε ΣΣΕ των ξενοδοχοϋπαλλήλων όλης της Χώρας και την εκάστοτε Τοπική Κλαδική ΣΣΕ των ξενοδοχοϋπαλλήλων Νήσου Ρόδου, από τότε που η τελευταία άρχισε να εφαρμόζεται, ως επίσης και την εκάστοτε ισχύουσα εργατική νομοθεσία.
Τόνισε ότι η εναγόμενη τον απασχόλησε ειδικότερα συνεχώς από το 1991 μέχρι και το 2016 επί 13 χρόνια και 5 μήνες και ότι την 18-2-2017 συμπλήρωσε το 62ο έτος της ηλικίας του και λόγω του ότι είχε συμπληρώσει 8.283 ημέρες ασφάλισης στο ΙΚΑ – ΕΤΑΜ από τις οποίες οι 7.983 στα βαρέα και ανθυγιεινά και από αυτές είχε 1.000 τουλάχιστον τα τελευταία 13 χρόνια πριν τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας του, δικαιούταν να λάβει πλήρη σύνταξη γήρατος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 27 του ν. 1902/1990, όπως ισχύει, και των νόμων 4093/2012 και 4336/2015, ενόψει και του ό,τι δεν ελάμβανε άλλη σύνταξη λόγω γήρατος ή αναπηρίας από το Δημόσιο ή άλλο ασφαλιστικό φορέα.
Την 10 Ιουνίου 2017 κατέθεσε στο λογιστήριο της εναγόμενης αίτησή του για χορήγηση πλήρους σύνταξης λόγω γήρατος και απόφαση του Διευθυντή του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Μισθωτών Δωδ/σου του ΕΦΚΑ και ζήτησε να του καταβληθεί η αποζημίωση λόγω της αποχώρησής του και μη επαναπρόσληψής του γιατί συμπλήρωσε τις προϋποθέσεις για λήψη πλήρους σύνταξης λόγω γήρατος, η οποία υπολογίζεται με βάση τα παραπάνω χρόνια υπηρεσίας του στην εναγόμενη και το μέσο όρο των αποδοχών του έτους 2016 αλλά αρνήθηκε να το πράξει.
Το δικαστήριο έκανε δεκτή την αγωγή του και υποχρεώνει την ξενοδοχειακή εταιρεία να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 7.215,37 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 16η-3-2017 ενώ κηρύσσει την απόφαση εν μέρει προσωρινώς εκτελεστή, ως προς την καταψηφιστική της διάταξη για το ποσό των 3.000 ευρώ.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ