Προλογώντας τους Συνέδρους σ’ ένα πρόσφατο Συνέδριο που έλαβε χώρα στην αίθουσα του Δικηγορικού Συλλόγου Ρόδου και οι οποίοι ήσαν ως επί το πλείστο Δικαστές των Διοικητικών Δικαστηρίων, είπα μεταξύ άλλων στον σύντομο χαιρετισμό ότι «είμαι υπερήφανος για την Ελληνική Δικαιοσύνη και συγκεκριμένα για την ιστορική απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποίαν απορρίφθηκε το αίτημα της Τουρκικής Κυβέρνησης για την έκδοση των Τούρκων Αξιωματικών και για την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας με την οποίαν κρίθηκε αντισυνταγματικός ο νόμος για τις άδειες των Ραδιοτηλεοράσεων. Και αν μεν στην περίπτωση των αδειών Ραδιοτηλεοράσεων επρόκειτο καθαρά για ένα εσωτερικό ζήτημα το οποίο είχε να κάνει με την διάκριση των Εξουσιών, το άλλο ζήτημα ήταν πολύ σοβαρότερο αφού επρόκειτο για ανθρώπινες ζωές οι οποίες θα εδίδοντο στον «Πρόεδρο της Τουρκίας» ως βορρά, προκειμένου να τον κατευνάσουν, υλοποιώντας προφανώς τα όσα του είχαν υποσχεθεί. Εδώ είναι που τίθεται το άκρως σοβαρό ζήτημα της γνωστής και εφαρμοζόμενης, σ’ όλες τις πραγματικά Δημοκρατίες του κόσμου, διάκρισης των εξουσιών. Πως είναι νοητόν η Εκτελεστική Εξουσία να υπαγορεύει στην ανεξάρτητη Δικαιοσύνη την επιθυμητή γι’ αυτήν απόφαση; Ποια είναι τα στοιχεία τα οποία κατέχει η Κυβέρνηση για να χαρακτηρισθούν οι άνθρωποι αυτοί οι οποίοι διαφωνούν με το καθεστώς του Σουλτάνου, ως τρομοκράτες; Μα θα μου πείτε ότι αυτός είναι εκλεγμένος από τον λαό κατόπιν εκλογών. Δεν νομίζω ότι η απάντηση είναι πειστική, διότι πολλοί είναι ανά τον κόσμο οι «Ηγέτες», Μαδούρο ή ο Κάστρο κλπ εκλεγμένοι κατ΄επίφαση από τον λαό. Είναι όμως τα γεγονότα των τελευταίων ημερών τα οποία προκαλούν ανησυχία για την τύχη των ανθρώπων. Είναι η προσφυγή της Κυβέρνησης στα Διοικητικά Δικαστήρια  κατά της απόφασης του Συμβουλίου Παροχής Ασύλου προκειμένου να ανατραπεί η απόφαση περί παροχής ασύλου και της έκδοσης μετά ταύτα του Τούρκου Αξιωματικού. Είναι επίσης η δήλωση ότι οι τρομοκράτες δεν είναι ευπρόσδεκτοι στην χώρα μας εννοώντας τους Τούρκους Αξιωματικούς, για τους οποίους αρμόδια όργανα να αποφασίσουν είναι τα ανεξάρτητα Δικαστήρια και η Επιτροπή Παροχής Ασύλου και τα οποία μέχρι σήμερα έχουν αποφανθεί περί του αντιθέτου. Εκείνο το οποίο με ξενίζει είναι για ποιο λόγο προσπαθούμε να ικανοποιήσουμε τις οποιεσδήποτε ορέξεις και επιθυμίες του γείτονα Τούρκου Προέδρου. Αφού μάλιστα από τα επίσημα χείλη του Προέδρου της Δημοκρατίας σε κάθε μήνυμα και χαιρετισμό του, εκείνο το οποίο ιδιαιτέρως τονίζει είναι ότι η Ελλάδα είναι ισχυρή χώρα, οι ένοπλες δυνάμεις της δεν πτοούνται, ότι τα σύνορα της Ελλάδας είναι σύνορα και της Ευρώπης, τα οποία και ορίζει η συνθήκη της Λωζάνης. Σε τι λοιπόν η ενδοτικότητα αυτή, δεν θέλω να πιστεύω ότι εκτελούμε υπερατλαντικές εντολές, εκτός και αν είναι και αυτό στα πλαίσια της διπλωματίας «για το καλό της χώρας». Όλα αυτά τα οποία πραγματικά σκοτίζουν το μυαλό μου και πνίγουν την καρδιά μου είναι αυτά που με ώθησαν μαζί με άλλους δέκα εκλεκτούς συναδέλφους, τέως Προέδρους Δικηγορικών Συλλόγων να διαμαρτυρηθούμε με ένα μικρό κείμενο για την ωμή παρέμβαση στο έργο της Δικαιοσύνης. Καλώς είμαστε στην Ευρώπη, ας γίνουμε όμως και Ευρωπαίοι στην συμπεριφορά, ιδίως όταν αφορά θεσμικά ζητήματα. Τέλος και στην Γερμανία υπάρχουν Τούρκοι φυγάδες και μάλιστα ασύγκριτα περισσότεροι απ’ τους δικούς μας και δεν νομίζω ότι ίδρωσε το αυτί των Γερμανών από τις όποιες απειλές του Ερντογάν. Είμαστε λοιπόν Ευρωπαίοι ή δεν είμαστε, ο καθένας ας δώσει την απάντηση του.

Με τιμή

Κωνσταντίνος Σαρής

Δικηγόρος

 

 

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ