Στο εδώλιο του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου επί κακουργημάτων θα καθίσουν την 9η Φεβρουαρίου 2017, 3 μέτοχοι γνωστής ξενοδοχειακής εταιρείας, ιδιοκτήτριας κεντρικού ξενοδοχείου του νησιού, για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευθεί σε αυτούς λόγω της ιδιότητάς τους ως εντολοδόχων και διαχειριστών ξένης περιουσίας, η αξία του οποίου υπερβαίνει τα 120.000 €, κατά συναυτουργία και κατ’ εξακολούθηση.
Η δίωξη σε βάρος τους κινήθηκε μετά από μήνυση που υπέβαλαν δύο μέτοχοι της ίδιας εταιρείας καταγγέλλοντας, μεταξύ άλλων, απίθανες μεθοδεύσεις, που οδήγησαν σε κατάσχεση και πλειστηριασμό του ακινήτου.
Η εταιρεία έχει στην ιδιοκτησία της ως κύριο περιουσιακό της στοιχείο ξενοδοχείο Β’ τάξεως στο «Νιοχώρι» με όλο τον απαραίτητο ξενοδοχειακό εξοπλισμό.
Το 2003 υπεγράφη στη Ρόδο μεταξύ Τράπεζας και της εταιρείας σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό για ποσό 150.000 ευρώ και συνομολόγηση προσημείωσης υποθήκης για ασφάλιση ποσού 180.000 ευρώ με την υπογραφή μόνο ενός εκ των μελών του διοικητικού συμβουλίου, παρά την επιταγή του καταστατικού της εταιρείας για ομόφωνη απόφαση. Δύο μέτοχοι ισχυρίστηκαν ότι η δανειακή σύμβαση είναι άκυρη και ότι συναφής είναι και η παράλειψη των υπολοίπων μελών να ασκήσουν εποπτεία στο διοικητικό συμβούλιο και να αποτρέψουν την κατάρτιση της συμβάσεως.
Με βάση την δανειακή σύμβαση η Τράπεζα εξέδωσε διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου κατά της εταιρείας με επίσπευση σε βάρος της πλειστηριασμού.
Δύο μέτοχοι διατείνονται ότι για την αποτροπή του πλειστηριασμού τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου δεν φρόντισαν να αποπληρώσουν την οφειλή τους, αλλά ούτε και επιχείρησαν έστω κάποια ρύθμιση.
Επισημαίνουν παραπέρα ότι δεν έγινε έγκαιρη συζήτηση της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, ισχυριζόμενοι ότι ασκήθηκε κατ’ επίφαση.
Μεταξύ άλλων οι δύο μέτοχοι – μηνυτές υποστηρίζουν ότι υπήρξε παράβαση διατάξεων νόμου και καταστατικού για υποχρεωτική σύγκληση και διενέργεια γενικών συνελεύσεων, μη τήρηση υποχρεωτικών βιβλίων, μη (έγκυρος) έλεγχος από ελεγκτές, μη έγκριση οικονομικών καταστάσεων από γενική συνέλευση, μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών εργαζόμενων και παραβάσεις της φορολογικής νομοθεσίας.
Επικαλούνται παραπέρα πλημμέλειες στη σύνταξη των οικονομικών καταστάσεων και αναληθή απεικόνιση των οικονομικών μεγεθών της εταιρείας με ταυτόχρονη παράλειψη συγκλήσεως της γενικής συνέλευσης για έγκριση αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου.
Επισημαίνουν μάλιστα ότι η ως άνω δανειακή σύμβαση δεν εμφανιζόταν σε ισολογισμούς της ξενοδοχειακής εταιρείας. Υποστηρίζεται συγκεκριμένα ότι από το 2006 είχε οριστικά καταγγελθεί η ανωτέρω δανειακή σύμβαση με το υπόλοιπο να έχει καταστεί άμεσα απαιτητό, ενώ εκδόθηκε βάσει αυτής διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου κατά της εταιρείας με βάση την οποία επισπεύσθηκε και ο πλειστηριασμός.
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας, που απαρτίζουν οι τρείς κατηγορούμενοι κι ακόμη ένας που απηλλάγη, απέκρυψε από τις οικονομικές καταστάσεις την οφειλή, η οποία, όπως υποστηρίζουν, αποσιωπάται χωρίς εξηγήσεις και ενδοιασμούς ακόμη και στο προσάρτημα.
Οι κατηγορούμενοι από την άλλη αρνούνται τις εις βάρος τους κατηγορίες. Όπως ισχυρίζονται τα προβλήματα στην εταιρεία άρχισαν όταν τα εταιρικά μερίδια ενός εκ των αρχικών μετόχων μεταβιβάστηκαν στα παιδιά του μετά το θάνατό του. Ενεπλάκησαν, όπως είπαν, αρχικά σε δικαστικούς αγώνες για την ανάδειξη του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας και στην συνέχεια σε ποινικές υποθέσεις με κατήγορους τους δύο μετόχους ως δήθεν πλαστογραφήσαντες ισολογισμούς και άλλα στοιχεία. Για τις καγηγορίες αυτές απηλλάγησαν δικαστικά.
Αρνήθηκαν κατηγορηματικά ότι έγινε υπεξαίρεση, ενώ σε ό,τι αφορά την πλαστογραφία υποστήριξαν ότι ο λογιστής προφανώς δεν ήταν εφικτό να θεωρήσει βιβλία και στοιχεία στην Δ.Ο.Υ λόγω χρεών και κατά συνέπεια προέβη σε πρόχειρη καταγραφή στις πίσω σελίδες του βιβλίου Ισοζυγίου Γενικού και Αναλυτικών Καθολικών, η οποία δεν είναι σύννομη φορολογικά και συνιστά παράβαση.
Το δικαστικό συμβούλιο, που εξέτασε την υπόθεση, έκρινε μεταξύ άλλων, πως στο ταμείο της εταιρείας θα έπρεπε να υπάρχουν στις 30 Ιουνίου 2009 (όταν και έληξε η θητεία του εκλεγέντος από τη γενική συνέλευση της 13ης.02.2003 διοικητικού της συμβουλίου), σύμφωνα με την απεικόνιση της λογιστικής της κατάστασης στα οικεία βιβλία και στοιχεία, χρηματικά διαθέσιμα  ύψους 126.895.07 € πλέον χρηματικών διαθεσίμων 31.059,91 €, ήτοι χρηματικά διαθέσιμα (ή άλλες έστω ισόποσες αξίες) συνολικού ύψους 157.954,98 €.
Κληθέντες, όμως, από την πλειοψηφία του προσωρινού διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, που διορίσθηκε δυνάμει προσωρινής διαταγής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, να δώσουν εξηγήσεις για την τύχη του εν λόγω ποσού, οι τρείς κατηγορούμενοι απάντησαν ότι δεν διαθέτουν στα χέρια τους ταμειακό υπόλοιπο.
Μέχρι σήμερα δε οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι αγνοούν τι απέγινε το υπόλοιπο του ταμείου, το οποίο έπρεπε, σύμφωνα με τις εγγραφές στα λογιστικά βιβλία και στοιχεία της εταιρείας, να υπάρχει. Κρίθηκε έτσι ότι υφίστανται βάσιμες ενδείξεις ότι υπεξαίρεσαν το ποσό των 157.954,98 €.
Φέρονται μάλιστα να παραμόρφωσαν το περιεχόμενο του Ισοζυγίου Γενικού και Αναλυτικών Καθολικών της εταιρείας και συγκεκριμένα εκτύπωσαν, χωρίς να επιτρέπεται αυτό εκ του νόμου, τα στοιχεία που αφορούσαν στην περίοδο Ιανουαρίου έως και Δεκεμβρίου της χρήσεως του 2006 στην οπίσθια πλευρά του βιβλίου (Ισοζυγίου Γενικού και Αναλυτικών Καθολικών), στην μπροστινή πλευρά των οποίων είχαν εκτυπωθεί, νομοτύπως και εμπροθέσμως, τα δεδομένα του ίδιου βιβλίου της περιόδου από Οκτώβριο 2003 έως και Οκτώβριο 2004.
Περαιτέρω δε φέρονται να εκτύπωσαν, ομοίως παρανόμως, τα στοιχεία που αφορούσαν στην περίοδο Ιανουαρίου έως και Ιουλίου της χρήσεως του 2007 στην οπίσθια πλευρά του Ισοζυγίου Γενικού και Αναλυπκών Καθολικών, στην μπροστινή πλευρά των οποίων είχαν εκτυπωθεί εμπρόθεσμα τα δεδομένα του ίδιου βιβλίου της περιόδου από Οκτώβριο 2004 έως και Νοέμβριο 2004. Στόχος τους, σύμφωνα με το δικαστικό συμβούλιο, ήταν να παραπλανήσουν τους συναλλασσομένους με την εταιρεία, καθώς επίσης και τους υπαλλήλους της αρμοδίας δημοσίας Αρχής, η οποία ήθελε τυχόν ζητήσει να λάβει γνώση των εγγραφών στο Ισοζύγιο Γενικού και Αναλυτικών Καθολικών, ότι τα οικονομικά δεδομένα της εταιρείας για τη χρήση του έτους 2006 (μήνες Ιανουάριο – Δεκέμβριο) και για την περίοδο Ιανουαρίου – Ιουλίου της χρήσης του έτους 2007 καταχωρούνταν κανονικώς στο ως άνω Ισοζύγιο και ότι οι οικείες σελίδες του βιβλίου αυτού ήταν νομίμως θεωρημένες από την αρμοδία Δ.Ο.Υ. για τις ως άνω περιόδους.
Τους κατηγορούμενους εκπροσωπεί ο δικηγόρος κ. Γιάννης Παντελίδης και την πολιτική αγωγή οι δικηγόροι κ.κ. Στ. Στεφανίδης και Κ. Ταμπάκης.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ