Ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου προσέφυγε χθες, όπως είχε προαναγγείλει η «δημοκρατική», επιτελής του Κτηματολογίου Ρόδου για την ακύρωση ή την μεταρρύθμιση της διάταξης του Ειδικού Ανακριτή  Διαφθοράς με την οποία του επιβλήθηκαν οι περιοριστικοί όροι της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα και της εμφάνισής του την 1η και 16η ημέρα κάθε μήνα στο αστυνομικό τμήμα του τόπου κατοικίας του.
Θυμίζουμε ότι στο πλαίσιο των ερευνών για την πολύκροτη υπόθεση του σκανδάλου της εκποίησης δημοσίων ακινήτων με την χρήση ανυπόστατων αποφάσεων νομαρχών, στο πλαίσιο του Ν. 719/1977, είχαν αναζητηθεί αρμοδίως στα πλαίσια της δικαστικής έρευνας στοιχεία γύρω από υπόθεση με κατηγορούμενο έναν ιδιώτη, που απηλλάγη τελικώς από το Πενταμελές Εφετείο Δωδεκανήσου (σε πρώτο βαθμό του είχε επιβληθεί ποινή κάθειρξης 8 ετών)..
Ενώ ζητήθηκε αρμοδίως από τον τότε Ανακριτή, από τον ελεγχόμενο υπάλληλο του Κτηματολογίου να προσκομιστεί στα πλαίσια της δικαστικής έρευνας σχετική πράξη κτηματολογικού δικαστή, που εφέρετο να έχει εκδοθεί το έτος 1996, για την μεταγραφή της πλαστής απόφασης εκποίησης, η απάντηση, που είχε δοθεί ήταν ότι δεν είχε βρεθεί.
Τελικώς η συγκεκριμένη απόφαση φέρεται να βρέθηκε από τον Κτηματολογικό Δικαστή στο γραφείο του.
Ο δημόσιος υπάλληλος, που κατηγορείται για υπεξαγωγή εγγράφων τα οποία ήταν εμπιστευμένα σε εκείνον με σκοπό να προσπορίσει σε άλλους αθέμιτο όφελος και απάτη σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, επισημαίνει στην προσφυγή του ότι δεν στοιχειοθετούνται οι κατηγορίες σε βάρος του.
Τονίζει συγκεκριμένα ότι η ως άνω απόφαση βρέθηκε στο γραφείο του κι εκεί εναποτίθενται έγγραφα της υπηρεσίας. Υποστηρίζει ότι το Δημόσιο εάν υπέστη ζημία την υπέστη από την πλαστογραφία της απόφασης και έχει ήδη προσφύγει στην δικαιοσύνη τόσο κατά το Ποινικό μέρος της απόφασης όσο και κατά το Αστικό. Επομένως, όπως επισημαίνει, αυτή καθ’εαυτή η ύπαρξη της απόφασης δεν επιφέρει έννομες συνέπειες καθόσον αυτές επήλθαν δια της πλαστογραφήσεως της, μαζί με τόσες άλλες και στην εντόπιση των οποίων είχε συμβάλει αποφασιστικά, εντοπίζοντας τες.
Υποστηρίζει ακόμη ότι ούτε και η νομοτυπική υπόσταση του αδικήματος της απάτης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου συγκροτείται, καθόσον δε παρέστησε κάποιο γεγονός ψευδώς, εξαιτίας του οποίου επήλθε παράνομο περιουσιακό όφελος σε τρίτο ή στον ίδιο.
Τονίζει ακόμη ότι η ανεύρεση της πλαστής απόφασης στο γραφείο του, ανεξάρτητα από το γεγονός αν είναι πραγματική ή σκόπιμη ενέργεια, δεν έχει επιφέρει καμία έννομη συνέπεια στην περιουσία του Δημοσίου, αφού κατά τα αναφερθέντα η απόφαση αυτή είχε εντοπιστεί ως πλαστή και το Δημόσιο είχε ασκήσει έγκαιρα  όλα τα προβλεπόμενα ένδικα μέσα.
Χαρακτηρίζει παραπέρα τραγικό το γεγονός να του αποδίδονται οι ως άνω κατηγορίες ενώ ήταν εκείνος που εργάστηκε νυχθημερόν για τον εντοπισμό των πλαστών αποφάσεων και την διασφάλιση των συμφερόντων του Ελληνικού Δημοσίου.
Ισχυρίζεται ακόμη ότι οι περιοριστικοί όροι, που του επιβλήθηκαν, τέθηκαν παρά τις προβλέψεις του νόμου.
Αιτείται ακόμη από το Δικαστικό Συμβούλιο, με την απόφαση του, να υποχρεώσει τον Ειδικό Ανακριτή Διαφθοράς να εξετάσει τους μάρτυρες υπεράσπισης που έχει προτείνει, διότι δεν το έχει πράξει μέχρι σήμερα.
Ως συνήγορος υπεράσπισης του παρίσταται ο πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Ρόδου κ. Κ. Σαρής.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ