Άρθρο του Γιάννη Στουρνάρα

Μετά την ένταξη της Ελλάδας στην Οικονομική και Νομισματική Ενωση και με τις ευνοϊκές συνθήκες που δημιουργήθηκαν, η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας ήταν ταχεία. Η ανάπτυξη αυτή στηρίχθηκε κυρίως στην εγχώρια ζήτηση, όπου η συμβολή της κατανάλωσης ήταν σημαντική και τροφοδοτήθηκε με δανεισμό, δημόσιο και ιδιωτικό. Ετσι, στις ήδη υπάρχουσες δομικές αδυναμίες του εγχώριου παραγωγικού προτύπου, προστέθηκαν νέα προβλήματα: Αδικαιολόγητα επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, διόγκωση του δανεισμού, σοβαρή επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας και σημαντική αύξηση του εξωτερικού ελλείμματος. Με την έλευση της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης το 2008, οι προβολείς της δημοσιότητας έπεσαν πάνω στις προβληματικές περιπτώσεις. Στην Ελλάδα, η κρίση μετετράπη ταχύτατα σε κρίση χρέους και αποκλείστηκε πολύ γρήγορα η πρόσβαση της χώρας στις χρηματοπιστωτικές αγορές, σε μία φάση που οι δανειακές ανάγκες του Δημοσίου ήταν υψηλότερες από κάθε άλλη περίοδο. Το 2009, λίγο πριν από το ξέσπασμα της κρίσης χρέους, το δημόσιο έλλειμμα ξεπερνούσε το 15% του ΑΕΠ, ενώ το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών ήταν περίπου το ίδιο. Καμία άλλη χώρα του ΟΟΣΑ δεν είχε αυτό τον τοξικό συνδυασμό «δίδυμων» ελλειμμάτων.

Η συνέχεια είναι γνωστή. Το μνημόνιο και όσα επακολούθησαν δεν ήταν τίποτε άλλο παρά προσπάθειες να αντιμετωπιστούν τα δυσθεώρητα αυτά ελλείμματα. Οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν, εστιάστηκαν στη δημοσιονομική προσαρμογή, ενώ εξασφάλισαν ταυτοχρόνως τον απαραίτητο δανεισμό προκειμένου να αποτραπεί η χρεοκοπία. Παράλληλα, προώθησαν μεταρρυθμίσεις, οι οποίες θα θεράπευαν χρόνιες αδυναμίες της παραγωγικής δομής, διευκολύνοντας τη μετάβαση σε ένα νέο αναπτυξιακό πρότυπο.

Οι σταθεροποιητικές αυτές πολιτικές είχαν, αναπόφευκτα, οικονομικό και κοινωνικό κόστος: Πρόσθετη ύφεση, αύξηση της ανεργίας, μείωση των εισοδημάτων. Ως ένα βαθμό, αυτές οι συνέπειες ήταν αναμενόμενες και έχουν παρατηρηθεί σε όλα σχεδόν τα σταθεροποιητικά προγράμματα που έχουν εφαρμοστεί διεθνώς. Στην Ελλάδα, όμως, το κόστος αυτό ήταν, σύμφωνα με όλες τις εκτιμήσεις, υψηλότερο. Οι αιτίες έχουν συζητηθεί αναλυτικά. Εντοπίζονται σε μία σειρά από παράγοντες, λιγότερο τεχνικούς και περισσότερο πολιτικούς, όπως: Αδυναμίες στον σχεδιασμό των προγραμμάτων, λανθασμένες εκτιμήσεις για τις επιπτώσεις, κυρίως όμως συχνές αλλαγές πορείας, οπισθοδρομήσεις, λαϊκισμός, διστακτικότητα των ελληνικών κυβερνήσεων να οικειοποιηθούν και να εφαρμόσουν με συνέπεια τα προγράμματα, ολική άρνηση της πραγματικότητας και ένα συγκρουσιακό κοινωνικό και πολιτικό κλίμα που πολώθηκε από την απουσία συναίνεσης κυβέρνησης-αντιπολίτευσης. Συναίνεση που επιτεύχθηκε σε όλα τα άλλα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης όπου εφαρμόστηκαν ανάλογα προγράμματα και πέτυχαν να τα βγάλουν από την κρίση.

Ολα αυτά δυσχέραναν σημαντικά τη συνεπή εφαρμογή των προγραμμάτων. Ο σημαντικότερος όμως ανασταλτικός παράγων που επέτεινε την ύφεση και τροφοδότησε τη μεγάλη ανεργία φαίνεται να είναι η αδυναμία σημαντικού μέρους του πολιτικού συστήματος να αντιπαρατεθεί στα λίγα μεγάλα και πολλά μικρά συμφέροντα, τα οποία αντιτάχθηκαν στις μεταρρυθμίσεις και ευνόησαν τη διαιώνιση διαρθρωτικών αποκλίσεων. Ως αποτέλεσμα, περιορίστηκαν η αποτελεσματικότητα της οικονομικής πολιτικής σε τομείς όπως η φορολογία, το ασφαλιστικό, οι επενδύσεις, η απελευθέρωση των αγορών και η συνακόλουθη ενίσχυση των υγιών δυνάμεων του ανταγωνισμού στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών, ο εκσυγχρονισμός του δημόσιου τομέα, και τελικά, η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και ο ταχύς αναπροσανατολισμός της παραγωγής προς τις διεθνείς αγορές.

Παρά τα προβλήματα, το υψηλό κόστος προσαρμογής και τις συχνές οπισθοδρομήσεις, τα μνημόνια, δηλαδή τα προγράμματα οικονομικής προσαρμογής που εφαρμόστηκαν από το 2010 και έπειτα, πέτυχαν, σε μεγάλο βαθμό, να αντιστρέψουν τις ιδιαίτερα δυσμενείς τάσεις που επικρατούσαν και να βελτιώσουν τις αναπτυξιακές δυνατότητες της οικονομίας. Ειδικότερα επιτεύχθηκε:

• Πρωτοφανής δημοσιονομική προσαρμογή. Την περίοδο μάλιστα 2013-2016, το πρωτογενές έλλειμμα εξαλείφθηκε και καταγράφηκαν πρωτογενή πλεονάσματα της γενικής κυβέρνησης για πρώτη φορά από το 2001. Επίσης, το «διαρθρωτικό» πρωτογενές δημοσιονομικό αποτέλεσμα βελτιώθηκε περισσότερο από 17 εκατοστιαίες μονάδες του δυνητικού ΑΕΠ την περίοδο 2009-2016. Δηλαδή, λαμβάνοντας υπόψη την επίδραση του οικονομικού κύκλου, η δημοσιονομική προσαρμογή στην Ελλάδα ήταν υπερδιπλάσια από αυτή που πέτυχαν άλλα κράτη-μέλη, τα οποία εφάρμοσαν παρόμοια προγράμματα.

• Ανάκτηση των μεγάλων απωλειών της ανταγωνιστικότητας σε όρους μοναδιαίου κόστους εργασίας της περιόδου 2000-2009.

• Εξάλειψη του ελλείμματος του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών, που το 2008 είχε ξεπεράσει το 15% του ΑΕΠ.

• Αύξηση του ποσοστού των εξαγωγών στο ΑΕΠ από 19% το 2009 σε 32% σήμερα.

• Ανακεφαλαιοποίηση και αναδιάρθρωση του τραπεζικού τομέα, με αποτέλεσμα να αντεπεξέλθει με επιτυχία στην κρίση και στη φυγή των καταθέσεων, έχοντας σήμερα επαρκή κεφάλαια, προβλέψεις και εξασφαλίσεις, τα οποία αποτελούν αναγκαίες (αλλά όχι και επαρκείς) προϋποθέσεις για την αντιμετώπιση του μείζονος προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

• Διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις κυρίως στην αγορά εργασίας αλλά και στην αγορά προϊόντων, καθώς και στη δημόσια διοίκηση.

• Ανάκαμψη της οικονομίας το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο του 2016, με αποτέλεσμα να αναμένεται θετικός ρυθμός ανάπτυξης για όλο το έτος, για πρώτη φορά μετά το 2014.

• Ανακοπή της αύξησης (και ελαφρά μείωση) του όγκου των μη εξυπηρετούμενων δανείων το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο του 2016, για πρώτη φορά μετά το 2014.

Οι μεταρρυθμίσεις που υλοποιήθηκαν κατά την περίοδο της κρίσης αναμένεται να ενισχύσουν το αναπτυξιακό δυναμικό της ελληνικής οικονομίας μακροπρόθεσμα, μέσω της ταχύτερης ανόδου της παραγωγικότητας και της απασχόλησης. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, οι μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν την περίοδο 2010-2016 σε συνδυασμό με αυτές που πρόκειται να εφαρμοστούν στο πλαίσιο του προγράμματος, αναμένεται, ceteris paribus, να αυξήσουν το πραγματικό ΑΕΠ κατά 13% περίπου την επόμενη δεκαετία. Μάλιστα, η εκτίμηση αυτή είναι ένα ελάχιστο μέγεθος, με την έννοια ότι δεν μπορούν εύκολα να ποσοτικοποιηθούν, και συνεπώς να συνεκτιμηθούν, μεταρρυθμίσεις, όπως π.χ. η βελτίωση του συστήματος απονομής δικαιοσύνης, η αναμόρφωση του πτωχευτικού δικαίου, ο εξωδικαστικός συμβιβασμός, ο εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης και, κυρίως, η αποτελεσματική αντιμετώπιση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Η εκτίμηση αυτή του ΟΟΣΑ επιβεβαιώνεται και από παρεμφερείς αναλύσεις των υπηρεσιών της Τράπεζας της Ελλάδος, από τις οποίες προκύπτει ότι η κυριότερη επίδραση των μεταρρυθμίσεων αφορά την ταχύτερη άνοδο της συνολικής παραγωγικότητας των συντελεστών παραγωγής. Ειδικότερα:

• Οι διαρθρωτικές αλλαγές στην αγορά εργασίας, που οδηγούν σε μείωση του μισθολογικού κόστους των επιχειρήσεων σε μόνιμη βάση κατά 10%, αναμένεται σε ορίζοντα δεκαετίας να οδηγήσουν σε αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 4,5% και σε αύξηση της απασχόλησης και των ιδιωτικών επενδύσεων κατά 3% και 4,5% αντίστοιχα.

• Η αύξηση του ανταγωνισμού σε αγορές αγαθών και υπηρεσιών, μέσω της άρσης ρυθμιστικών εμποδίων στην είσοδο νέων επιχειρήσεων και στη λειτουργία τους, οδηγεί σε μειώσεις του περιθωρίου κέρδους των επιχειρήσεων. Mια μείωση του περιθωρίου κέρδους των μη εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών σε μόνιμη βάση κατά 10%, αναμένεται σε ορίζοντα δεκαετίας να οδηγήσει σε αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 4% και σε αύξηση της απασχόλησης και των πραγματικών επενδύσεων κατά 3,7% και 7% αντίστοιχα.

• Αναγκαία βεβαίως προϋπόθεση για να προκύψουν τα προαναφερθέντα θετικά αποτελέσματα για την οικονομία είναι η αξιόπιστη και χωρίς καθυστερήσεις ολοκλήρωση των συμφωνηθεισών μεταρρυθμίσεων. Αν εκπληρωθούν μόνο τα 2/3 των συμφωνηθεισών μεταρρυθμίσεων στις αγορές υπηρεσιών και εργασίας σε ορίζοντα πενταετίας, τα σωρευτικά οφέλη από τις μεταρρυθμίσεις αυτές τα τρία πρώτα χρόνια της υλοποίησής τους είναι κατά περίπου 4% του ΑΕΠ μικρότερα σε σύγκριση με την περίπτωση όπου το 100% των απαιτούμενων μεταρρυθμίσεων υλοποιούνται μέσα στον ορίζοντα της πενταετίας.

Πρόσθετα μακροχρόνια οφέλη προκύπτουν όταν οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις προωθούνται ταυτόχρονα με τη δημοσιονομική εξυγίανση. Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις αυξάνουν σε μόνιμη βάση την παραγωγική δυνατότητα της οικονομίας και τη φορολογική βάση. Συνεπώς, δημιουργούν μεσομακροπρόθεσμα πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο (fiscal space) που επιτρέπει την πιο γρήγορη ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας.

• Ενδεικτικά, σύμφωνα πάλι με τις εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, τα μακροχρόνια συμπληρωματικά οφέλη για το πραγματικό ΑΕΠ κυμαίνονται μεταξύ 0,5% και 4%, όταν μειώνεται το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ κατά 10 εκατοστιαίες μονάδες, και ταυτόχρονα υλοποιούνται μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας και στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών.

• Τα μέγιστα οφέλη της τάξεως του 4% του ΑΕΠ προκύπτουν όταν ο δημοσιονομικός χώρος χρησιμοποιείται για τη μείωση του φορολογικού συντελεστή στα επιχειρηματικά κέρδη, ακολουθούμενα από οφέλη της τάξεως του 1% όταν ο δημοσιονομικός χώρος χρησιμοποιείται για τη μείωση του φορολογικού συντελεστή στο εισόδημα από εργασία.

Ως αποτέλεσμα των αλλαγών που έχουν εφαρμοστεί, διαφαίνεται ήδη μια σημαντική αναδιάρθρωση της οικονομίας στην κατεύθυνση ενός νέου εξωστρεφούς αναπτυξιακού προτύπου. Συγκεκριμένα, οι τιμές των εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών αυξήθηκαν κατά 10% περίπου την περίοδο 2010-2015, σε σχέση με τις τιμές των μη εμπορεύσιμων, με αποτέλεσμα η παραγωγή αυτών των αγαθών και υπηρεσιών να γίνει πιο επικερδής. Ως εκ τούτου, το μερίδιο των εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών στην ιδιωτική οικονομία έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια. Το σχετικό μέγεθος των τομέων των εμπορεύσιμων, σε όρους ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας του συνόλου της οικονομίας, αυξήθηκε κατά 12% περίπου την περίοδο 2010-2015 σε σταθερές τιμές και κατά 24% περίπου σε τρέχουσες τιμές, ενώ σε όρους απασχόλησης αυξήθηκε κατά 8% περίπου. Αυτή η εξέλιξη αποδίδεται τόσο στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που έχουν ήδη εφαρμοσθεί όσο και στο γεγονός ότι οι τομείς των εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών που έχουν εξαγωγικό προσανατολισμό, αντιμετώπισαν ηπιότερη ύφεση και κατά συνέπεια κατόρθωσαν να αυξήσουν σταδιακά τα μερίδιά τους σε όρους όγκου και απασχόλησης.

Ενα επιπλέον στοιχείο που αξίζει να τονιστεί είναι ότι λόγω της υποχώρησης της εγχώριας ζήτησης και της συρρίκνωσης της κατασκευαστικής δραστηριότητας στην Ελλάδα, πολλές δυναμικές επιχειρήσεις του κατασκευαστικού κλάδου επεκτάθηκαν στο εξωτερικό (Μέση Ανατολή, Βαλκάνια), μετατρέποντας μια δραστηριότητα που παλαιότερα εθεωρείτο μη εμπορεύσιμη σε διεθνώς εμπορεύσιμη.

Οι μεταρρυθμίσεις αναμένεται να επιταχύνουν περαιτέρω την ανάκαμψη και την αναδιάρθρωση της οικονομίας υπέρ των εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών. Απαιτείται, όμως, παράλληλα και βελτίωση της χρηματοδότησης και της ρευστότητας της οικονομίας. Κύρια προϋπόθεση γι’ αυτό είναι η αποτελεσματική διαχείριση του υψηλού αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Κάτι τέτοιο θα επιδράσει θετικά στην οικονομική δραστηριότητα και στην παραγωγικότητα μέσω δύο διαύλων: α) την αύξηση της προσφοράς τραπεζικών δανείων και β) την αναδιάρθρωση του παραγωγικού τομέα. Γι’ αυτό είναι επιτακτική ανάγκη να συμπληρωθεί και να ολοκληρωθεί το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο το συντομότερο δυνατόν.

Οπως προκύπτει από εκτιμήσεις και μελέτες της Τράπεζας της Ελλάδος, η μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων θα συμβάλει στη μείωση του χρηματοπιστωτικού κινδύνου των τραπεζών και στην αποκλιμάκωση του κόστους χρηματοδότησής τους, καθώς και στην αύξηση της κεφαλαιακής τους επάρκειας. Ως αποτέλεσμα, θα υπάρξει σταδιακή αύξηση της προσφοράς δανείων και μείωση των επιτοκίων δανεισμού για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

Παράλληλα, αναμένεται μείωση του χρηματοπιστωτικού κινδύνου των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, με αποτέλεσμα την αύξηση της αποτίμησης των υφιστάμενων περιουσιακών στοιχείων τους λόγω των υψηλότερων αποδόσεων του κεφαλαίου και των ακινήτων. Συνεπώς, τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις καθίστανται πιο αξιόχρεα, επιτρέποντας την περαιτέρω τόνωση της επενδυτικής ζήτησης.

Τέλος, κατά τη διαδικασία εξυγίανσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων θα απελευθερωθούν παραγωγικοί πόροι, που, εφόσον αναδιανεμηθούν προς τις πιο παραγωγικές επιχειρήσεις και κλάδους, θα οδηγήσουν σε αύξηση της συνολικής παραγωγικότητας.

Οι προαναφερθείσες ενδείξεις και εκτιμήσεις είναι ενθαρρυντικές και μπορεί βάσιμα να υποστηριχθεί ότι η ελληνική οικονομία έχει σήμερα τις δυνατότητες να περάσει σε μία νέα και πιο υγιή αναπτυξιακή φάση. Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν δικαιολογούν επανάπαυση και χαλάρωση των προσπαθειών. Αντίθετα, χρειάζεται τώρα μεγαλύτερη επιμονή και αταλάντευτη συνέπεια και κυρίως αποφυγή των λαθών και των οπισθοδρομήσεων του παρελθόντος. Για τον λόγο αυτό, η Τράπεζα της Ελλάδος παροτρύνει τους θεσμούς, τους εταίρους της Ελλάδος αλλά και την ελληνική κυβέρνηση να επιδείξουν την απαραίτητη ευελιξία ώστε να αρθεί άμεσα η εκκρεμότητα με την αξιολόγηση του προγράμματος.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ