Ο κ. Γιώργος Καββαθάς είναι πρόεδρος της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών Βιοτεχνών Ελλάδος. Σε συνέντευξή του στην «δ» μιλάει για την χρονιά που φεύγει, την ύφεση στις επιχειρήσεις και την δυσκολία για να επιτευχθεί η πολυπόθητη ανάπτυξη στην Ελλάδα. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναφορά του στα στοιχεία της έρευνας του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ για το κλίμα στις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, όπου καταγράφεται η πραγματική κατάσταση της αγοράς. Ειδικά για τον ΦΠΑ στα νησιά, δηλώνει πως η αύξηση του από το 2015 δεν συνέβαλε στη βελτίωση των φορολογικών εσόδων.
Η συνέντευξη αναλυτικά:
• Κύριε Καββαθά, το 2016 φτάνει στο τέλος του. Η 2η χρονιά με capital controls, με έλλειψη ρευστότητας, με προβλήματα στις εισαγωγές – εξαγωγές, με συνεχιζόμενη φορομπηχτική πολιτική. Τι μπορεί να γίνει κάτω από αυτές τις συνθήκες στην χώρα μας;
Στην τελευταία έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ (Ιούλιος 2016) για το κλίμα στις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις υπογραμμίστηκε ότι τείνει να παγιωθεί ένας νέος οικονομικός δυϊσμός στην πραγματική οικονομία, ο οποίος πιθανότατα θα προκαλέσει έντονες ανταγωνιστικές πιέσεις προς τις μικρές επιχειρήσεις, θα ενισχύσει τη μερική απασχόληση και θα οδηγήσει σε διευρυμένα ποσοστά άτυπων μορφών απασχόλησης και επαγγελματικής δραστηριότητας. Αυτή η διαδικασία μετασχηματισμού που έκανε αισθητή την παρουσία της από το καλοκαίρι του 2015, όταν οι επιπτώσεις της δεύτερης φάσης της ύφεσης έτειναν να πλήξουν κυρίως τη μικρή επιχειρηματικότητα, με αποτέλεσμα επιχειρήσεις, οι οποίες επέδειξαν σημάδια αντοχής στην πρώτη φάση της ύφεσης (2010-2014), να έχουν πλέον εξαντλήσει τα όρια επιβίωσης και να αδυνατούν να αντεπεξέλθουν στο νέο κύμα λιτότητας.  Είχε εκτιμηθεί μάλιστα ότι το 2ο εξάμηνο του 2016 θα έκλειναν 18.100 επιχειρήσεις ενώ για όλο το 2016 τα λουκέτα θα εφταναν τις 40.000. Τα στοιχεία αυτά δυστυχώς επιβεβαιώθηκαν και από τα επίσημα στατιστικά. Παράλληλα η τάση αποεπένδυσης και η μειωμένη ρευστότητα παγιώνεται ως ένα διαρθρωτικό χαρακτηριστικό της ελληνικής οικονομίας και συνεχίζει να τροφοδοτεί ένα νέο σπιράλ ύφεσης- αποεπένδυσης- υποαπασχόλησης των παραγωγικών συντελεστών.
Εάν υπάρχει κάτι θετικό που μπορούμε να αναφέρουμε έιναι ότι οι μικρές επιχειρήσεις, παρά τα σημαντικά προβλήματα που αντιμετώπισαν με την εφαρμογή των capital controls, φαίνεται ότι επέδειξαν υψηλό βαθμό προσαρμογής στις νέες συνθήκες. Ο αριθμός των επιχειρήσεων που διαθέτουν τερματικά POS  σε όλους τους κλάδους αυξήθηκε σε ένα χρόνο κατά 75% (από 28,9% στο 49%). Αντίστοιχα, 2 στις 3 επιχειρήσεις διαθέτουν λογαριασμούς ηλεκτρονικής τραπεζικής e-banking (αύξηση  37%).
Ωστόσο ανασταλτικοί παράγοντες προς την κατεύθυνση ευρύτερης υιοθέτησης των ηλεκτρονικών συστημάτων πληρωμών είναι η μη εφαρμογή του ακατάσχετου επαγγελματικού λογαριασμού, η ανυπαρξία θεσμικού πλαισίου για το ηλεκτρονικό εμπόριο, το υψηλό διοικητικό κόστος από την εισαγωγή συστημάτων ηλεκτρονικής τιμολόγησης, τα αυξημένα κόστη τραπεζικών προμηθειών. Είναι χαρακτηριστικό ότι πάνω από 50% των επιχειρήσεων καταβάλλουν προμήθεια άνω του 1%.
Δυστυχώς η γενικότερη κατάσταση στην πραγματική οικονομία παραμένει αρνητική. Είναι απόλυτη ανάγκη να αξιοποιηθούν στο έπακρο τόσο το νέο ΕΣΠΑ όσο και ο νέος επενδυτικός νόμος ώστε να δημιουργηθούν νέες επιχειρήσεις και θέσεις εργασίας και να αναπτυχθούν νέα χρηματοδοτικά εργαλεία για την ενίσχυση των επιχειρήσεων είτε μέσω των ευρωπαϊκών προγραμμάτων, την αξιοποίηση του πακέτου Γιούνκερ, ή του Ευρωπαϊκού Ταμείου και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων. Παράλληλα θα πρέπει να εξαντληθούν όλες οι δυνατότητες για την δημιουργία ενός σταθερού και ορθολογικού φορολογικού συστήματος αλλιώς όλες οι υπόλοιπες προσπάθειες ανάπτυξης και επανεκκίνησης της πραγματικής οικονομίας θα εξουδετερώνονται.
• Πώς είδατε τον κρατικό προϋπολογισμό που ψηφίστηκε πρόσφατα; Υπάρχουν περιθώρια για ανάκαμψη και ανάπτυξη της οικονομίας στην χώρα μας;
Ο προϋπολογισμός του 2017 επιβεβαιώνει τις αρχικές επιφυλάξεις μας σχετικά με τη δυνατότητα της ελληνικής οικονομίας να εισέλθει σε ένα βιώσιμο και στέρεο διάδρομο ανάπτυξης, ενόσω η ασκούμενη οικονομική πολιτική παραμένει υφεσιακή. Πρόκειται για έναν προϋπολογισμό χωρίς ισχυρή ταυτότητα, που αναπαράγει το παρελθόν, ενώ στηρίζεται σε ορισμένες πολύ ισχυρές υποθέσεις, τις οποίες η οικονομική πραγματικότητα έχει διαψεύσει διαδοχικά σε αντίστοιχα σχέδια προϋπολογισμών τα προηγούμενα χρόνια.
Ο προϋπολογισμός του 2017 ακολουθεί χωρίς αποκλίσεις τα συμφωνηθέντα όλων των προγραμμάτων προσαρμογής των προηγούμενων ετών προοιωνίζοντας ακόμη ένα έτος επίπονων προσπαθειών από τις ελληνικές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά. Η μονοδιάστατη έμφαση στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων τείνει να γίνει από μοχλός εξυγίανσης της οικονομίας σε ανασταλτικό παράγοντα για τις επενδύσεις και την ανάπτυξη. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τις χώρες που εφάρμοσαν προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής, η Ελλάδα υπέστη τη μεγαλύτερη περικοπή δαπανών, το διαθέσιμο εισόδημα κατέρρευσε κατά 1/3 μεσοσταθμικά, οι επιχειρήσεις αποψιλώθηκαν κατά 25%.  Αυτή η εμμονή στην αέναη καθοδική δημοσιονομική προσαρμογή, με τη συνακόλουθη φορολογική επιδρομή και καταβαράθρωση της δημόσιας δαπάνης προκαλεί πλέον τα αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που οι εισηγητές της διακηρύττουν. Μειώνουν τη δυνητική κατανάλωση, αναστέλλουν τις επενδυτικές πρωτοβουλίες και υπονομεύουν την προσπάθεια της ελληνικής οικονομίας να βρεθεί σε βιώσιμη τροχιά ανάπτυξης. Ενώ η επταετής υφεσιακή πορεία της χώρας φαίνεται να αντιστρέφεται τη νέα χρονιά, αμφίβολες παραμένουν οι δυνατότητες διάχυσης του πλεονάσματος ευημερίας στο σύνολο της οικονομίας και τις ελληνικές επιχειρήσεις. Επιπλέον, οι διεθνείς κίνδυνοι εντείνονται (Brexit, οικονομικές σχέσεις ΕΕ με Ρωσία, μεταστροφή αμερικανικής πολιτικής, πόλεμος Συρίας και ένταση προσφυγικού), γεγονός που αποτρέπει την εξ αρχής υιοθέτηση ενός αισιόδοξου σεναρίου εξωγενούς πρόκλησης θετικών εξελίξεων. Όσον αφορά  τους στόχους του Προϋπολογισμού η προσδοκώμενη βελτίωση των εσόδων δυστυχώς θα στηριχτεί και πάλι στην υπερφορολόγηση, η οποία εκτιμώ ότι τελικά δεν θα αποδώσει τα αναμενόμενα.
• Οι επενδύσεις έρχονται αργά και με το σταγονόμετρο. Η Ελλάδα μπορεί να γίνει ελκυστική τελικά με τέτοιο περιβάλλον;
Οι επενδύσεις είτε ξένες είτε εγχώριες για να γίνουν απαιτούν σταθερό πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον. Υπό αυτό το πρίσμα, ποιος επενδυτής θα τολμήσει να επενδύσει σε μια χώρα που κάθε χρόνο το φορολογικό καθεστώς μεταβάλλεται και η πολιτική κατάσταση βρίσκεται σε μια διαρκή ρευστότητα.
• Είναι γεγονός πάντως πως τα τελευταία χρόνια έχει πληγεί η μικρομεσαία και μικρή επιχειρηματικότητα, καθώς οι συνθήκες χρηματοδότησης είναι πολύ περιορισμένες ενώ δεν υπάρχουν και περιθώρια ανάπτυξης του επιχειρείν. Ποιες είναι οι προτάσεις της ΓΣΕΒΕΕ;
Στην παρούσα συγκυρία κατ’ αρχάς είναι απαραίτητη η δημιουργία ενός δικτύου κοινωνικής προστασίας με τέτοιον τρόπο ώστε να μη μειωθεί περαιτέρω το ήδη ισχνό εισόδημά των ΜμΕ και αυτοαπασχολούμενων που έχουν πληγεί καίρια από την κρίση και, κατά συνέπεια να μην επιδεινωθεί περαιτέρω το ήδη χαμηλό επίπεδο διαβίωσής τους. Η διατήρηση αυτού του κοινωνικού στρώματος είναι πρωτίστως ζήτημα κοινωνικής συνοχής.
Παράλληλα και σχετικά με τον ΦΠΑ η βασική μας θέση είναι ότι αυτοαπασχολούμενοι επιχειρηματίες με ετήσιο κύκλο εργασιών μέχρι 25.000 ευρώ πρέπει να απαλλάσσονται πλήρως από αυτόν. Επιπρόσθετα, και ως προς τον φόρο εισοδήματος και εφόσον πρόκειται για ατομικές επιχειρήσεις θα πρέπει αυτοί οι συνάδελφοι να αντιμετωπίζονται ακριβώς όπως οι μισθωτοί. Ειδικότερα, η φορολογία εισοδήματος θα πρέπει να περιλαμβάνει το αφορολόγητο αλλά και την ίδια κλίμακα των φορολογικών συντελεστών.
Κρίσιμης σημασίας επίσης ιδιαίτερα τώρα με το νέο ασφαλιστικό θα είναι η υιοθέτηση της πρότασης μας για πάγωμα των οφειλών και την άμεση μετατροπή τους σε χρόνο ασφάλισης για όλους τους οφειλέτες ενεργούς και μη.
Η μόνη προϋπόθεση για να ισχύσει αυτό το μέτρο είναι η τακτική καταβολή των τρεχουσών εισφορών. Μετά το πέρας του ενεργού ασφαλιστικού βίου κάθε υποψήφιος συνταξιούχος θα έχει τη δυνατότητα είτε εξαγοράς (ολικής ή μερικής) του ασφαλιστικού χρόνου που «χρωστάει» είτε να του καταβληθεί μειωμένη σύνταξη ανάλογη προς τον ασφαλιστικό χρόνο στον οποίο αντιστοιχούν οι εισφορές που έχει καταβάλει.
Όσον αφορά την ενίσχυση της ρευστότητας των ΜμΕ έχουμε προτείνει την δημιουργία ενός Ταμείου Χρηματοδότησης των Αναγκών των Ελληνικών ΜμΕ, το οποίο θα παρακάμπτει τις συστημικές τράπεζες και θα συγκεντρώνει εκείνα τα χρηματοδοτικά εργαλεία, που είναι προσαρμοσμένα στο μέγεθος αλλά και στη φύση των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων.
Τέλος είναι απαραίτητο ένα θεσμικό πλαίσιο για τα clusters / τις συστάδες επιχειρήσεων, οποιαδήποτε μορφή κι αν έχουν αυτά. Αυτό έχει προκύψει από  την εμπειρία του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, το οποίο μέχρι τώρα έχει βοηθήσει στο σχηματισμό, τη λειτουργία και εν γένει τη στήριξη 11 τέτοιων συνεργειών.
• Τελικά την πρόταση για τον ακατάσχετο λογαριασμό για τις επιχειρήσεις, δεν τον δέχτηκαν οι Θεσμοί –παρά τις εξαγγελίες του πρωθυπουργού. Αυτό ωστόσο δημιουργεί πολλά προβλήματα στην αγορά. Θα ήθελα το σχόλιό σας.
Είναι προφανές ότι τα έσοδα της επιχείρησης δεν αποτελούν καθαρά κέρδη, αλλά προορίζονται για να καλύπτουν σημαντικό μέρος των υποχρεώσεων: τρέχουσες ασφαλιστικές εισφορές εργαζομένων και εργοδότη, τρέχουσες οφειλές προς εφορία, μισθοδοσία, υποχρεώσεις προς προμηθευτές, κόστος ενέργειας και μετακινήσεων, δανειακές υποχρεώσεις της εταιρείας, διάφορα άλλα τέλη. Συνεπώς η δέσμευση ενός λογαριασμού σηματοδοτεί μια de facto κατάσταση κλεισίματος μιας επιχείρησης.
Έχουμε υπογραμμίζει την ανάγκη θεσμοθέτησης ενός μοναδικού ακατάσχετου επιχειρηματικού λογαριασμού, ο οποίος θα εξυπηρετεί όλες τις οικονομικές λειτουργίες της επιχείρησης και του οποίου οι τεχνικές παραμετροποιήσεις δύνανται να υπόκεινται σε κάποια κριτήρια, όπως ο κύκλος εργασιών, το ύψος οφειλών κα.
Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι εάν μια επιχειρήση δεν μπορεί να χρηματοδοτήσει την καθημερινή της λειτουργία τότε απλά δεν μπορεί να επιβιώσει. Αυτόν τον σκοπό εξυπηρετεί ο ακατάσχετος λογαριασμός. Την επιβίωση χιλιάδων επιχειρήσεων.

• Πως κρίνετε την κατάσταση στα νησιά με την συνεχή φορομπηχτική πολιτική που δεν αφήνει περιθώριο ανάπτυξης στην επιχειρηματικότητα με την παράλληλη κατάργηση των μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ;
Η Ελλάδα σήμερα είναι η 4η χώρα στην ΕΕ με τον υψηλότερο συντελεστή ΦΠΑ, ενώ παράλληλα βάλλεται από ανταγωνιστικές πολιτικές όμορων χωρών (είτε αυτών που ανήκουν στην ΕΕ, είτε τρίτων). Την ίδια στιγμή τα έσοδα από την αύξηση του ΦΠΑ στα νησιά το 2015 δεν συνέβαλλαν στη βελτίωση των φορολογικών εσόδων σε σχέση με το 2016. Έχουμε κατ’ επανάληψη επισημάνει ότι το πρόβλημα της εισπραξιμότητας δεν μπορεί να μετατρέπεται σε πρόβλημα στρεβλής φορολογικής διάρθρωσης, η οποία πλήττει την εγχώρια παραγωγή και το εμπόριο. Είναι πλέον κοινός τόπος ότι η αυστηρή λιτότητα των ετών 2010-2016 έχει αποτύχει παταγωδώς. Άλλωστε για μια νησιωτική χώρα, όπως η πατρίδα μας, το μεταφορικό ισοδύναμο αλλά και εθνικοί λόγοι, επιβάλλουν κατά την άποψή μου την ανάγκη μειωμένων συντελεστών στα νησιά μας, γεγονός που υφίσταται σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες όπως η Ιταλία και η Γαλλία.
Οι παρεμβάσεις, είτε στο σκέλος περιστολής των δαπανών, είτε στο σκέλος αύξησης των φόρων έχουν εξαντληθεί και έχουν εξαντλήσει την καθημαγμένη οικονομία. Η φαύλη αυτή οικονομική θεώρηση πρέπει να αναστραφεί με στοχευμένες αναπτυξιακές παρεμβάσεις και  ένα εθνικό μοντέλο παραγωγικής ανασυγκρότησης.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ